Άρθρο δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Άλήθεια" της Καρδίτσας (7/3/2012)
Στο άρθρο 26, το
ισχύον ελληνικό Σύνταγμα εξαγγέλλει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών σε
τρεις επιμέρους λειτουργίες. Στην Νομοθετική λειτουργία η οποία ασκείται από
την Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, την Εκτελεστική Λειτουργία η οποία
ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση, και τέλος στην
Δικαστική λειτουργία που ασκείται από τα Δικαστήρια. Άρα λοιπόν, με απλά λόγια
η Βουλή νομοθετεί, η Κυβέρνηση κυβερνά βάσει των νόμων που ψηφίζει η Βουλή, τα
Δικαστήρια δικάζουν επίσης βάσει των νόμων που ψηφίζει η Βουλή και την εύρυθμη
λειτουργία όλων αυτών εγγυάται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο οποίος και
επικυρώνει τους νόμους που ψηφίζει η Βουλή.
Η Βουλή, λοιπόν, οφείλει να νομοθετεί. Τονίζω η Βουλή και όχι
η Κυβέρνηση. Με άλλα λόγια η Βουλή (οι βουλευτές δηλαδή) έχουν το δικαίωμα και
την υποχρέωση να αποφασίζουν βάσει ποιων νόμων θα πορεύεται η κοινωνία.
Επαναλαμβάνω, η Βουλή και όχι η Κυβέρνηση. Αυτά όμως συμβαίνουν μόνο στη θεωρία. Από τη μεταπολίτευση και μετά αυτή
που νομοθετούσε ήταν η Κυβέρνηση. Η εκάστοτε Κυβέρνηση ήταν αυτή που πρότεινε
νομοσχέδια και η κοινοβουλευτική ομάδα του κυβερνώντος κόμματος τυφλά, άκριτα
και υπάκουα υπερψήφιζε αυτό ακριβώς που επέβαλε η Κυβέρνηση. Συχνά χωρίς καν να
διαβάζουν τι ψηφίζουν. Αποκορύφωμα αυτής της χυδαίας διαδικασίας υπήρξε η
ανεκδιήγητη δήλωση Χρυσοχοΐδη που δήλωσε ότι ψήφισε το μνημόνιο στην
σπουδαιότερη ψηφοφορία των τελευταίων δεκαετιών χωρίς καν να διαβάσει τι ψήφισε.
Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός της δήλωσης αυτής αντιλαμβάνεται κανείς με ποιον
τρόπο ψηφίζονταν όλα τα υπόλοιπα νομοσχέδια των προηγούμενων δεκαετιών. Σε όλα
αυτά ας προσθέσουμε και την «κομματική πειθαρχία», επί ποινής διαγραφής, για να
καταλάβουμε το μέγεθος της διαστρέβλωσης του πολιτεύματος. Έλεγχος λοιπόν, της
κυβέρνησης από την πλευρά της Βουλής δεν υπήρξε ποτέ. Ο όποιος έλεγχος υπήρχε, ήταν
κάθε τέσσερα χρόνια στις εκλογές από τους ψηφοφόρους. Οι ψηφοφόροι ωστόσο ήταν αφενός
ελλιπώς ενημερωμένοι (αν όχι εντελώς ανενημέρωτοι) για το ποια νομοσχέδια και
ποιες τροπολογίες ψηφιζόντουσαν νύχτα και από ποιους, και αφετέρου ήδη σε μεγάλο βαθμό εξαγορασμένοι μέσω
κάποιου ρουσφετιού από την πλευρά των Βουλευτών που τελικά εξουδετέρωναν με τη
στάση τους και τον έλεγχο από τον Λαό.
Όμως αν η διάκριση των εξουσιών χαρακτηρίζει θετικά ένα πολίτευμα, η
άρνησή της στη θεωρία ή στην πράξη, ταυτίζεται με την αυταρχική άσκηση της
εξουσίας.
Είναι πια επιτακτικός ένας επανασχεδιασμός του συστήματος λειτουργίας
και διακυβέρνησης της χώρας. Οι τρεις εξουσίες, θα πρέπει κατ’ αρχάς να
υπάρχουν και κατά δεύτερον να ελέγχονται αμοιβαία αλλά και κυρίως από τους
πολίτες. Η πρόταση που τελευταία ακούγεται, της μείωσης, δηλαδή, των βουλευτών
από τριακόσιοι που είναι σήμερα σε διακόσιους, αν δεν συνοδεύεται από μία ολοκληρωμένη
πρόταση, τότε κινείται σε μία
κοντόφθαλμη λογική, τη λογική της εξοικονόμησης των εξόδων εκατό Βουλευτών.
Στην παρούσα συγκυρία φυσικά, κανένα έξοδο δεν είναι αμελητέο. Ωστόσο πρέπει να
αποφύγουμε τον κίνδυνο να παρασυρθούμε και έτσι να επιδοθούμε σε μία σειρά
μπαλωμάτων εξ αιτίας της δύσκολης συγκυρίας.
Το πρόβλημα λοιπόν, που ξεκινάει από την απουσία της
νομοθετικής εξουσίας δεν μπορεί να λυθεί με τον περιορισμό της αλλά αντίθετα με
την ενίσχυση και τη ριζική αναμόρφωσή της.
Η δημιουργία ενός συστήματος εκλογής που θα καθιστούσε την
επανεκλογή του βουλευτή πιο δύσκολη, απαιτώντας σε κάθε εκλογική διαδικασία να
λαμβάνει περισσότερες ψήφους θα μπορούσε για παράδειγμα να αποτελέσει την
οριστική και ισορροπημένη λύση στο πρόβλημα της «κατ’ επάγγελμα» πολιτικής. Αν
δηλαδή ο νόμος απαιτούσε σε κάθε
περίπτωση δεύτερης, τρίτης (και ούτω
καθεξής), εκλογικής διαδικασίας, αύξηση του απαιτούμενου αριθμού ψήφων ανάλογα
με τον αριθμό βουλευτικών θητειών που έχει ο κάθε υποψήφιος, τότε σκέψεις περιορισμού
της Δημοκρατίας (δήθεν χάριν της ανανέωσης) κάνοντας στις εκλογές χρήση λίστας
υποψηφίων αντί για σταυροδοσία, θα εξαφανιζόταν από το δημόσιο διάλογο.
Αντίστοιχα, μειώσεις στις αποζημιώσεις και ουσιαστικός
έλεγχος της περιουσιακής κατάστασης των βουλευτών καθώς και εξορθολογισμός του
κόστους λειτουργίας των γραφείων τους με περιορισμό των συνεργατών τους και των
ευεργετημάτων που λαμβάνουν, θα καθιστούσε την πρόταση μείωσης του αριθμού των
βουλευτών κενή περιεχομένου. Ταυτόχρονα, (και επειδή η συλλήβδην καταδίκη όλων
των πολιτικών αυτού του τόπου είναι ακραία επικίνδυνη!) ο εκπρόσωπος του πολίτη
θα πρέπει να χαίρει κρατικής εγγύησης και προστασίας της περιουσιακής του κατάστασης.
Το κράτος δηλαδή να εγγυάται ότι από την είσοδο κάποιου στη πολιτική ζωή της
χώρας μέχρι και την έξοδό του από αυτή,
η περιουσιακή του κατάσταση δεν θα
αυξηθεί αδικαιολόγητα αλλά ούτε και θα μειωθεί κάτω από το σημείο που ήταν όταν
πρωτοεισήλθε στην πολιτική. Με τον τρόπο αυτό και έχοντας την εγγύηση του
κράτους ότι δεν θα χάσει την περιουσία του λόγω της ενασχόλησής του με την
πολιτική (ένα φερέγγυο κράτος λοιπόν είναι προς το συμφέρον και του ίδιου του
Βουλευτή!), τότε θα μπορεί να ασκήσει ανεξάρτητος και ελεύθερος από κομματικές
και οικονομικές δεσμεύσεις και εξαρτήσεις το νομοθετικό του έργο. Ανεξάρτητος,
ελεύθερος και κατά συνείδηση, ακριβώς όπως το Σύνταγμα ορίζει.
Το πρόβλημα του πολιτικού συστήματος της χώρας λοιπόν, δεν
είναι η ποσότητα των Βουλευτών αλλά η ποιότητά τους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου