άρθρα στον τύπο

 

 

 

 

Ας μιλήσουμε για όραμα!

 

Άρθρο δημοσιευμένο στα ΜΜΕ της Καρδίτσας

Η κατάσταση είναι αυτή που όλοι γνωρίζουμε. Είναι αυτή που ζούμε καθημερινά. Αναλυτές και αναλυτικολογούντες περιγράφουν -ο καθένας από την δική του πλευρά και με τα δικά του κίνητρα- την κατάσταση που όλοι βιώνουμε (λες και δεν την ξέραμε) και τους λόγους που μας οδήγησαν (ή έστω δήθεν μας οδήγησαν) σε αυτήν. Αυτό που δεν ακούμε και πολύ συχνά σε αυτή την χώρα είναι το πού θέλουμε να πάμε και το πώς θα πάμε εκεί. Όταν αυτό το κάνουν οι αναλυτές ή οι δημοσιογράφοι τότε ας πούμε ότι μπορεί κανείς να το δεχθεί. Όταν όμως αυτό το κάνουν οι πολιτικοί (ο όρος “πολιτικός” με βρίσκει αντίθετο διότι με κάποιο τρόπο τους διαχωρίζει από τους υπόλοιπους πολίτες) τότε είναι μάλλον ανησυχητικό αν όχι καταστροφικό.



Το πού θέλουμε να πάμε ως κοινωνία συνηθίζουμε να το ονομάζουμε “όραμα” και το πώς σκοπεύουμε να πάμε εκεί το ονομάζουμε “σχέδιο” ή “στρατηγική”. Αυτό, το όραμα και το σχέδιο, είναι που λείπουν από την ελληνική κοινωνία εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Λείπουν από την κεντρική πολιτική σκηνή, λείπουν όμως και από την τοπική αυτοδιοίκηση. Είναι όμως η τοπική αυτοδιοίκηση που πλέον καλείται να επωμιστεί όχι μόνο την διαχείριση της σημερινής κατάστασης (μέσα στο ασφυκτικό είναι αλήθεια πλαίσιο που δημιουργεί ο “Καλλικράτης”) αλλά εν πολλοίς την έξοδο από αυτή, την ζωή μας μέσα σε αυτή, αλλά και την ζωή μας μετά από αυτή. Η λογική του δημάρχου – διαχειριστή, αυτή η στεγνή και άχρωμη λογική που έχουμε δει για πάνω από σαράντα χρόνια (με ελάχιστες εξαιρέσεις) έχει τελειώσει και όποιος δεν το βλέπει είναι καταδικασμένος να ζήσει μέσα σε αυτή.



Ας μιλήσουμε λοιπόν για όραμα. Για όραμα στην κεντρική πολιτική σκηνή, για όραμα στην τοπική αυτοδιοίκηση, για όραμα εν προκειμένω για την Καρδίτσα. Σε μερικούς μήνες έχουμε αυτοδιοικητικές εκλογές. Θα κληθούμε να επιλέξουμε και να επιλεχθούμε. Η επιλογή αυτή έχει άμεσα να κάνει με την ζωή μας αλλά και με την ζωή των παιδιών μας. Αν επιλέξουμε με βάση μόνο την δική μας ζωή τότε για άλλη μια φορά θα έχουμε σκεφτεί εγωιστικά (και φυσικά δεν θα είναι η πρώτη φορά).



Προτείνω λοιπόν η όποια αντιπαράθεση μεταξύ υποψηφίων δημάρχων και συμβούλων να μην περιοριστεί για άλλη μια φορά στην λογική του διαχειριστή αλλά να αλλάξει επίπεδο, να ανοίξει και επιτέλους να γίνει και σε επίπεδο οράματος και σχεδιασμού ώστε οι πολίτες να μπορούν να επιλέξουν οι ίδιοι το μέλλον τους. Το μέλλον όμως δεν χτίζεται με παλιά υλικά. Αν δεν αλλάξουμε εμείς (και οι επιλογές μας) δεν πρόκειται να αλλάξει ούτε ο κόσμος γύρω μας ούτε φυσικά και η καθημερινότητά μας. Η δική μας και των παιδιών μας.

 

 

 

  

Η 16 Νοέμβρη ξαναχτύπησε

 

άρθρο δημοσιευμένο στην εφμερίδα Αλήθεια της Καρδίτσας (20/11/2012)




Κι όμως, ενώ η 17 Νοέμβρη βρίσκεται στην φυλακή, η “οργάνωση 16 Νοέμβρη” βρίσκεται ακόμα σε πλήρη δράση. Εξηγούμαι.

Η 17 Ν υπήρξε μία οργάνωση με το άκουσμα της οποίας γαλουχήθηκε, ωρίμασε και σχημάτισε αναπαραστάσεις τουλάχιστον η δική μου γενιά, αυτή που γεννήθηκε και ανδρώθηκε κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Η οργάνωση αυτή εν πολλοίς χαρακτηρίζει ακόμα την συλλογική σκέψη της ελληνικής κοινωνίας. Ήταν η οργάνωση που υποστήριζε ότι ασκούσε βία κατά Ελλήνων και ξένων πολιτών (κι αυτή ενάντια στους Έλληνες γυρνούσε βέβαια) με σκοπό την σωτηρία της χώρας από τον ξένο παράγοντα και την διάσωση της αξιοπρέπειας του ελληνικού λαού. Επρόκειτο για ένα περίεργο πολιτικό μόρφωμα (ακραίας δράσης) που κινούνταν ανάμεσα σε αναρχικές και εθνικοπατριωτικές ιδέες. Μπορεί και να το πίστευαν. Ανεξάρτητα από τις όποιες προθέσεις μπορεί να είχαν τα μέλη της, το αποτέλεσμα όμως εν τέλει, ήταν σαφώς αρνητικό για την χώρα και τους πολίτες της. Ο ξένος παράγοντας με αφορμή την δράση της οργάνωσης έμπαινε όλο και πιο βαθιά στα πράγματα της χώρας και την κρατούσε υποχείριο ανά πάσα στιγμή βγάζοντας μία οδηγία για τους ξένους υπηκόους να αποφεύγουν την χώρα, συνήθως καλοκαίρι. Σε μία χώρα που θεωρεί τον τουρισμό τη βαριά της βιομηχανία, (άλλη πονεμένη ιστορία το κατά πόσον ο τουρισμός είναι στ' αλήθεια η βαριά μας βιομηχανία...) αυτό ισοδυναμεί με εχθροπραξία. Με λίγα λόγια, ενώ η οργάνωση ήθελε όπως έλεγε να μας σώσει με τη βία που χρησιμοποιούσε, τελικά κατάφερνε να μας προξενεί βαθιές πληγές και μεγάλο ανθρώπινο πόνο.

Και κάπου εδώ, έρχεται αυτό που δεικτικά αναφέρω ως 16 Νοέμβρη. Η ημερομηνία φυσικά δεν επελέγη από μένα. Δυστυχώς επελέγη από τον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά. Ο πρωθυπουργός μερικές μέρες πριν, είπε δημόσια ότι τα ταμειακά αποθέματα της χώρας σε ευρώ, επαρκούν μέχρι τις 16 Νοέμβρη. Με αυτόν τον τρόπο πιθανόν ήθελε να τρομοκρατήσει και να εκβιάσει τους βουλευτές για να ψηφίσουν το μνημόνιο από τη μία και να κάμψει τις αντιστάσεις των πολιτών από την άλλη. Σήμερα ο μήνας έχει 19, και ακόμη απ' όσο γνωρίζω δεν πτωχεύσαμε. Άρα έλεγε ψέμματα. Αυτή η ημερομηνία λοιπόν έρχεται ως το αποκορύφωμα, το επιστέγασμα μίας διαχρονικής, της πλέον θεμελιώδους και διαχρονικής παθογένειας του ελληνικού κράτους. Της πλήρους αναξιοπιστίας. Στην πιο κρίσιμη ίσως στιγμή της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες ο ίδιος ο πρωθυπουργός της χώρας επιλέγει να πει ψέμματα με σκοπό προφανώς να κερδίσει πρόσκαιρα οφέλη. Δεν αμφισβητώ την πρόθεσή του. Πιθανόν να θέλει ειλικρινά να μας σώσει. Όμως και η 17 Νοέμβρη μάλλον να μας σώσει ήθελε αλλά με τον δικό της τρόπο. Τρομοκρατώντας όμως πολίτες και πολιτικούς, κανείς δεν πέτυχε και δεν πετυχαίνει κάτι ουσιαστικό, παρά μόνο πρόσκαιρα και κοντόφθαλμα οφέλη.

Χρησιμοποιώ την 16η Νοέμβρη ως το σημείο ορόσημο της κρατικής ανυποληψίας. Φυσικά το φαινόμενο δεν είναι τωρινό. Πηγαίνοντας λίγο πίσω θα δει κανείς το κράτος να περιέρχεται σε πλήρη ανυποληψία “κουρεύοντας” τα κρατικά ομόλογα των ιδιωτών, δήθεν θεωρώντας τους επενδυτές. Επενδυτής ο συνταξιούχος που έκανε το λάθος να εμπιστευθεί το κράτος του και να το δανείσει (γιατί αυτό είναι ουσιαστικά τα ομόλογα) με τα χρήματα από το εφάπαξ; Εκτός κι αν υποθέσουμε ότι ομόλογα του ελληνικού δημοσίου δεν αγόραζε κατά κύριο λόγο ο συνταξιούχος (και μάλιστα ο πλέον συντηρητικός) αλλά οι μεγαλοκαρχαρίες του χρηματιστηρίου. Αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα. Θα μου πει κανείς κι εσένα τι σε νοιάζει. Ας μην τα έβαζαν σε ομόλογα. Δεν είναι έτσι. Πρόκειται για την ανυποληψία του κράτους απέναντι στους πολίτες του. Ερωτώ ποιος εχέφρων άνθρωπος, Έλληνας πολίτης, θα πάει να αγοράσει ομόλογα του ελληνικού δημοσίου ξανά όταν η χώρα του το ζητήσει. Κανείς. Ούτε συνταξιούχος ούτε επενδυτής. Ο μεν διότι δεν θα κάνει ξανά το ίδιο λάθος και ο δε διότι τα επιτόκια των ομολόγων είναι πάντα χαμηλά καθότι δεν είναι στην πραγματικότητα επένδυση. Θα χρειαστεί τουλάχιστον μία γενιά για να ξεχαστούν οι μνήμες και να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη.

Όμως αυτό είναι απλά ένα παράδειγμα κρατικής ανυποληψίας από τα πάρα πολλά. Οι προϋπολογισμοί ποτέ δεν τηρούνται. Νόμοι ψηφίζονται και δεν εφαρμόζονται διότι δεν συνηθίζεται να ερωτάται η κοινωνία και διότι συνήθως το κράτος τους παραβιάζει πρώτο. Τροπολογίες περνάνε σε παντελώς άσχετα νομοσχέδια. Μίζες πάνε κι έρχονται. Δίνουμε κίνητρα για αγορά μεγάλων τζιπ και όταν κάποιοι πέσουν στην παγίδα και αγοράσουν, βάζουμε υπέρογκα τέλη κυκλοφορίας. Δεν μπορούμε να συλλάβουμε την φοροδιαφυγή των ελευθέρων επαγγελματιών και άρα τους θεωρούμε όλους κλέφτες και τους αντιμετωπίζουμε αναλόγως. Δεν μπορούμε να συλλάβουμε την φοροδιαφυγή και τα φορτώνουμε όλα στους μισθωτούς και τους συνταξιούχους απλά και μόνο επειδή αυτούς μπορούμε να πιάσουμε. Όμως (για να μην χαϊδεύω αυτιά) και οι πολίτες κάνουμε το ίδιο. Επειδή δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε τους έντιμους από τους ανέντιμους, επειδή θέλουμε να κατακρίνουμε αλλά θέλουμε να κάνουμε και το ρουσφετάκι μας, επειδή είναι πιο εύκολο να είσαι απ' έξω και να φωνάζεις από το να συμμετέχεις ενεργά, βάζουμε κι εμείς συλλήβδην την πολιτική και τους πολιτικούς στο ίδιο μεγάλο καζάνι απλά γιατί βαριόμαστε να μπούμε στην διαδικασία να διαχωρίσουμε.

Η εμπιστοσύνη χάνεται εύκολα αλλά κερδίζεται εξαιρετικά δύσκολα. Όμως σε τελική ανάλυση το κράτος είναι αυτό που οφείλει να σπάσει τον φαύλο κύκλο της δυσπιστίας και της ανυποληψίας. Πρέπει επιτέλους να σταματήσει να συμπεριφέρεται ως κράτος – παπατζής στην λογική του “όπου σε πιάσω” στη λογική του “όποιον πιάσω” και στην καλύτερη περίπτωση στην λογική του “ο σκοπός αγιάζει τα μέσα”. Όχι. Διαφωνώ διαμετρικά. Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Τουλάχιστον όχι στις πολιτισμένες κοινωνίες. Πιστεύω βαθιά ότι αν το κράτος αλλάξει συμπεριφορά (να το εννοεί όμως!) τότε σε δεύτερη φάση θα αλλάξουν οι συμπεριφορές (μεταξύ αυτών και κυρίως η φοροδοτική συμπεριφορά) των πολιτών. Πρέπει επιτέλους να ισχύει αυτό που λέμε. Είτε ως κράτος είτε ως πολίτες είτε ως πολιτικοί.

Μιλάμε πολύ για την αξιοπιστία της χώρας στο εξωτερικό, όμως ξεχνάμε την ανύπαρκτη αξιοπιστία της χώρας στο εσωτερικό. Ξεχνάμε την πλήρη ανυποληψία που έχει το κράτος στα μάτια των πολιτών του αλλά και την πλήρη ανυποληψία που έχει ο πολίτης στα μάτια των κρατικών λειτουργών. Δυστυχώς αν δεν εξαρθρωθεί αυτή η μορφή τρομοκρατίας δεν πρόκειται να γίνουμε σοβαρό κράτος. Ακόμη κι αν λεφτά υπήρχαν.

 

Έστω ότι εμείς θέλουμε, η Ευρώπη θέλει;

 

 άρθρο δημοσιευμένο στην εφμερίδα Αλήθεια της Καρδίτσας (9/10/2012)



Φτάσαμε λοιπόν, για άλλη μία φορά στην ιστορία μας, να πρέπει να αποφασίσουμε. Πού ανήκουμε; Ανήκουμε στην Δύση ή στην Ανατολή; Εγώ θα πω καλύτερα, ανήκουμε στον Βορρά ή στον Νότο;

Και έστω λοιπόν ότι εμείς αποφασίσαμε και είπαμε, εν ολίγοις, ότι ανήκουμε στην Ευρώπη, δηλαδή και στην Δύση και στον Βορρά. Με λίγα λόγια εμείς θέλουμε να γίνουμε Ευρώπη. Με δεδομένο όμως αυτό το σημείο τίθενται ως συνέπεια τρία ερωτήματα που ζητούν επειγόντως απάντηση.
Θέτοντας λοιπόν το πρώτο ερώτημα αναρωτιέται κανείς, καλά θέλουμε να γίνουμε Ευρώπη, μπορούμε όμως; Εγώ θα πω ότι αυτό είναι ένα μεγάλο ερώτημα, αλλά βασιζόμενος σε δυο τρία ατράνταχτα (κατ' εμέ) στοιχεία (π.χ. την πολύ καλή προσαρμογή όλων σχεδόν των Ελλήνων που μετανάστευσαν τώρα ή και παλαιότερα στην Ευρώπη, την διάθεση των νέων να φέρουν ευρωπαϊκά στοιχεία στην χώρα κ.λπ) και δεδομένου ότι στόχος μου δεν είναι να αναπτύξω το συγκεκριμένο ερώτημα αυτήν την δεδομένη στιγμή, θα απαντήσω συνοπτικά “ναι μπορούμε”.
Και πάμε τώρα στα πιο ουσιαστικά ερωτήματα κατά την γνώμη μου. Δεύτερο ερώτημα λοιπόν. Τι είναι Ευρώπη; Φυσικά δεν έχει απλά γεωγραφικές διαστάσεις. Αυτό θα ήταν πολύ εύκολο αλλά εν τοιαύτη πειπτώσει, πρώτον δεν θα ετίθετο ζήτημα και δεύτερον δεν θα είχαμε όλοι λίγο πολύ στο μυαλό μας διαβάζοντας το παρόν, χώρες όπως η Γερμανία, η Σουηδία, η Δανία, η Γαλλία αλλά θα είχαμε και την Αλβανία την Βουλγαρία, την Ουκρανία κ.λπ. Άρα δεν είναι αυτό. Είναι κάτι πάνω και πέρα από γεωγραφικούς προσδιορισμούς και περιορισμούς. Η Ευρώπη είναι η κοινή ιστορία της, ο πολιτισμός της, ο τρόπος ζωής των κατοίκων της και φυσικά οι αξίες των λαών της. Είναι οι κοινωνικές δομές της, η έννοια και η πρακτική του κοινωνικού κράτους, η έννοια και η πρακτική του κράτους δικαίου, είναι η ισότητα μεταξύ των πολιτών της και τέλος ο αμοιβαίος σεβασμός ανάμεσα στο κράτος και τον πολίτη.
Εμείς σαν χώρα λοιπόν, συμμετέχουμε αυτοδίκαια στην κοινή ευρωπαϊκή ιστορία (σε κάποιο βαθμό) αλλά όντας η πηγή της ευρωπαϊκής ιστορίας, ο τόπος απ' όπου ξεκίνησαν όλα, ας πούμε ότι καλύπτουμε αυτό το κριτήριο. Στο κριτήριο του πολιτισμού όμως, αρχίζουν σιγά σιγά τα δύσκολα για μας. Και πάλι θα πω ότι όντας η πηγή του ευρωπαϊκού πολιτισμού, η κοιτίδα, με πάρα πολλές ενστάσεις διότι από την εποχή του Περικλή μέχρι σήμερα έχει κυλήσει πολύ νερό στ' αυλάκι, θα πω ότι κουτσά στραβά καλύπτουμε και αυτό το κριτήριο. Προχωρώντας στα κριτήρια που ετέθησαν τα δύσκολα αυξάνονται. Τρόπος ζωής. Και ερωτώ. Πόση σχέση έχει ο τρόπος ζωής των Ελλήνων με αυτόν των Ευρωπαίων; Με τους νότιο Ιταλούς και λιγότερο με τους νότιο Ισπανούς μάλλον έχει. Από εκεί και πέρα όμως; Ενδεικτικά αναφέρω ότι στην Αθήνα αντιστοιχούν μόλις 2 τ.μ πρασίνου ανά κάτοικο όταν στην Βόννη αντιστοιχούν 35 τ.μ. ανά κάτοικο, στο Άμστερνταμ 27 τ.μ. Τα τραίνα, σύμβολο της ενωμένης Ευρώπης και μέσο που κατά κόρον χρησιμοποιεί ο Ευρωπαίος, έχουν ταχύτητα που αγγίζει τα 335 Km/h (eurostar, Ηνωμένο Βασίλειο), τα 575 Km/h (TGV, Γαλλία) όταν στην Ελλάδα η ανώτατη ταχύτητα που μπορεί να επιτευχθεί στο 18% μόνο του δικτύου είναι τα 160 Km/h ενώ στο 40% του δικτύου η ταχύτητα κυμαίνεται από 80 Km/h έως 119 Km/h. Καμία σχέση λοιπόν και σε αυτόν τον τομέα. Η αρχιτεκτονική της Ευρώπης (βασισμένη σε μεγάλο βαθμό σε αρχαιοελληνικά αρχιτεκτονικά μοτίβα!) έχει πολλά κοινά σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες. Με την Ελλάδα όχι. Το ιστορικό κέντρο της πρωτεύουσας κατεδαφίσθηκε (μέσω αντιπαροχής κυρίως) και στη θέση του υψώθηκε ένα νέο κέντρο, όχι ιστορικό αυτή τη φορά, χωρίς κοινά στοιχεία με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αλλά με πολλά κοινά στοιχεία (όπως διαπιστώνουμε και μέσω των εικόνων από τις πρόσφατες εξελίξεις) με πόλεις όπως η Δαμασκός της Συρίας, η Τρίπολη της Λιβύης, το Κάιρο της Αιγύπτου, η Τύνιδα της Τυνησίας κ.λπ. Δυστυχώς! Δεν θα αναπτύξω όλα τα κριτήρια, απλά θα αναφέρω μόνο και μόνο για να αναρωτηθούμε ξανά τι σχέση μπορεί να έχει το ευρωπαϊκό κράτος δικαίου, με το ελληνικό, το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος με το ελληνικό, η ισότητα μεταξύ των πολιτών στην Ελλάδα και στις υπόλοιπες (;) ευρωπαϊκές χώρες, ο σεβασμός του Έλληνα στο κράτος του σε σχέση με τον μέσο Ευρωπαίο, και φυσικά τι σχέση έχει ο σεβασμός του ελληνικού κράτους προς τους πολίτες του σε αντιστοιχία με αυτόν των άλλων ευρωπαϊκών κρατών απέναντι στους δικούς τους πολίτες; Εγώ λοιπόν λέω ότι σε γενικές γραμμές σήμερα δεν ανήκουμε εν πολλοίς στην Ευρώπη. Ας πούμε ότι απέχουμε τέλος πάντων. 
 
Και ξαναλέω, παρότι σήμερα απέχουμε από την Ευρώπη, έστω ότι εμείς αποφασίσαμε να γίνουμε Ευρώπη. Η Ευρώπη θέλει να γίνουμε Ευρώπη; Η απάντησή μου είναι ξεκάθαρη. Όχι δεν θέλει. Δεν ήθελε και δεν θέλει. Και εξηγούμαι.
Η Ευρώπη δεν θέλει να γίνουμε Ευρώπη όταν ήδη πολύ πριν την κρίση μας επιβάλει (κι εμείς δεχόμαστε βεβαίως) να υπογράψουμε αποικιοκρατική σύμβαση κατασκευής και λειτουργίας του κεντρικού αεροδρομίου της χώρας, του Ελευθέριος Βενιζέλος, όπου προβλέπεται να μην υπάρξει για δεκαετίες δεύτερο αεροδρόμιο όχι μόνο σε ολόκληρο τον νομό Αττικής αλλά και στους όμορους νομούς (!) με αποτέλεσμα το Ελ. Βενιζέλος να λειτουργεί υπό την εκμετάλλευσης της Γερμανικής HOCHTIEF σε καθεστώς μονοπωλίου και φυσικά να είναι από τα πιο ακριβά της Ευρώπης. Καμία μεγάλη σοβαρή Ευρωπαϊκή πρωτεύουσα δεν έχει μόνο ένα αεροδρόμιο. Θα έλεγε κανείς και τι με νοιάζει εμένα; Οι αεροπορικές εταιρείες το πληρώνουν. Λάθος. Οι επιβάτες το πληρώνουν όταν παραδείγματος χάριν ο καθαρός ναύλος, το καθαρό εισιτήριο, για μία διαδρομή Αθήνα – Ηράκλειο – Αθήνα κοστίζει (σε προσφορά) 29 € και με τους φόρους και τα διαχειριστικά του αεροδρομίου φτάνει να κοστίζει 78 €. Εάν υπήρχε ένα δεύτερο ανταγωνιστικό αεροδρόμιο (ακόμα και με πολύ χειρότερες υπηρεσίες) αυτό δεν θα συνέβαινε. Μόνο που η σύμβαση το απαγορεύει. Αυτήν την σύμβαση, μέσω των ιδιωτικοποιήσεων, θέλουν οι Ευρωπαίοι εταίροι να την ανανεώσουμε.
Η Ευρώπη δεν θέλει να γίνουμε Ευρώπη όταν για να κάνει κανείς ένα ταξίδι Αθήνα – Καρδίτσα – Αθήνα με το αυτοκίνητό του είναι υποχρεωμένος να πληρώσει διόδια περίπου 20€, επίσης μονοπωλιακά, (δεν υπάρχει εναλλακτική, ούτε καν παραδρόμων) και μάλιστα σε δρόμο ήδη κατασκευασμένο και πληρωμένο από τους πολίτες. Η Γερμανία, όπως και οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, δεν έχει καθόλου διόδια, η Αγγλία έχει μόνο στο κέντρο της πρωτεύουσας με σκοπό την αποφυγή κυκλοφοριακής συμφόρησης, και όσες χώρες έχουν διόδια, έχουν απαραιτήτως αξιόπιστη εναλλακτική διαδρομή. Η Ιταλία για παράδειγμα έχει διόδια στην autostrada, δρόμο χωρίς καν όριο ταχύτητας, και ο εναλλακτικός δρόμος χωρίς διόδια είναι λίγο καλύτερος από την δική μας Εθνική.
Η Ευρώπη δεν θέλει να γίνουμε Ευρώπη όταν θέλει να οικειοποιηθεί (με αποικιοκρατικούς πάλι όρους) την ενέργεια της χώρας, να ρίξει σε αδιανόητο βαθμό το βιωτικό επίπεδο των (κατά τα άλλα Ευρωπαίων) Ελλήνων, όταν θέλει (και επιβάλει) την πλήρη κατάργηση του κοινωνικού κράτους πρόνοιας και δυστυχώς και του κράτους δικαίου. Ποιος Ευρωπαίος θα δεχόταν κούρεμα των κρατικών ομολόγων του δικού του κράτους; Ποιος Ευρωπαίος θα δεχόταν την αύξηση της ήδη πολύ υψηλής φορολογίας του χωρίς αυτή να είναι ανταποδοτική; (σε πολλές χώρες η φορολόγηση είναι μεγαλύτερη από της Ελλάδας π.χ. Σουηδία, αλλά το κράτος το ανταποδίδει με το παραπάνω) Ποιος Ευρωπαίος θα δεχόταν σχολεία χωρίς δασκάλους και θέρμανση και νοσοκομεία χωρίς υλικά και γιατρούς; Ποιος Ευρωπαίος θα δεχόταν να πληρώνει υψηλές ασφαλιστικές εισφορές και ταυτόχρονα να μην έχει υγεία και αξιοπρεπή σύνταξη; Ποιος Ευρωπαίος σε τελική ανάλυση θα δεχόταν να ψηφίσει το κοινοβούλιό του μέτρα τουλάχιστον 14 δις σε ένα χρόνο και μάλιστα (αν έχουμε τον Θεό μας!) σε ένα μόνο άρθρο(!) συνεχίζοντας δηλαδή το κράτος να κάνει “παπατζηλίκια” απέναντι όχι μόνο στους πολίτες του αλλά και απέναντι στα ίδια τα μέλη του κοινοβουλίου! Αυτά είναι επιβεβλημένα από την... Ευρώπη!
Η Ευρώπη λοιπόν, δεν θέλει να γίνουμε Ευρώπη. Δεν μας θεωρεί και δεν μας θεώρησε ποτέ ισότιμους. Στην καλύτερη περίπτωση μας θεωρεί μία αμιγώς βαλκανική χώρα και στην χειρότερη μία βορειότερη βόρειο Αφρικανική χώρα.
Για να σεβαστείς κάποιον, φίλο ή αντίπαλο, (δεν υπάρχουν φίλοι στην διεθνή πολιτική σκηνή παρά μόνο κοινά συμφέροντα) πρέπει να τον θεωρείς ίσο ή ανώτερό σου. Όταν όμως μονίμως σκύβεις το κεφάλι, όταν δέχεσαι καρπαζιές και δεν αντιδράς καν, όταν φιλάς το χέρι που σε βρίζει (να θυμηθούμε και το πρωτοσέλιδο του γερμανικού περιοδικού με την Αφροδίτη να σηκώνει το μεσαίο της δάχτυλο) κανείς δεν σε σέβεται. Κανείς δεν σέβεται τον σφουγγοκωλάριό του.
Και θα μου πει κανείς, ωραίες οι διαπιστώσεις αλλά τι προτείνεις. Το σίγουρο είναι ότι δεν προτείνω τσάμπα μαγκιές και νταηλίκια. Δεν προτείνω όμως και τυφλή υποταγή. Προτείνω αυτό ακριβώς που πρότεινα και πριν τις πρόσφατες εκλογές. Σκληρή διαπραγμάτευση, σκληρή όμως, αξιόπιστες εναλλακτικές προτάσεις, ολοκληρωμένο ανασχεδιασμό της δομής του κράτους και της χώρας ολόκληρης. Και σε τελική ανάλυση αν δεν σε σέβονται πρέπει να τους κάνεις να σε φοβούνται.
Αν θέλουμε να γίνουμε Ευρώπη, εκτός από έννοιες όπως ρουσφέτι, μπαξίσι, άρπα κόλα, και γενικά ρεμπέτ ασκέρ που πρέπει να ξεχάσουμε ανεπιστρεπτί, πρέπει να ξεχάσουμε και την έννοια του ραγιαδισμού. Αυτά πάνε μαζί. Το ένα χωρίς το άλλο δεν φεύγει.
Το Δ.Ν.Τ. Πάντως, δια της εκπροσώπου του, κας Ντάρια Ζαχάροβα (κάτι σαν τον κύριο Τόμσεν) συνεχάρη την Ισλανδική κυβέρνηση για τον χειρισμό της κρίσης. Ας σημειωθεί ότι η Ισλανδία αρνήθηκε, μέσω δύο δημοψηφισμάτων, να μπει σε παρόμοιο με το δικό μας πρόγραμμα... Γνωρίζω φυσικά ότι η Ισλανδία διαφέρει πολύ από την Ελλάδα αλλά το αναφέρω έτσι... προς γνώση και συμμόρφωση εξωτερικών και εγχώριων ιθυνόντων. 
 
Οργανωμένα λοιπόν, με σχέδιο και σοβαρότητα να αντισταθούμε. Η σημερινή στάση μας θα μας χαρακτηρίζει για δεκαετίες. Να γίνουμε Ευρώπη ακόμα και σε πείσμα της Ευρώπης. Δεν θα μας το χαρίσει κανείς. Εμείς πρέπει να το κερδίσουμε. 

 

 Επιτέλους ας κοιτάξουμε αριστερά με σοβαρότητα

 

  άρθρο δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Αλήθεια" της Καρδίτσας (6/6/2012)

 

   Η χώρα και μαζί οι πολίτες της, βρισκόμαστε σε μία κατάσταση που απαιτεί άμεσα λύσεις. Οι πολίτες ξεπουλιούνται με ευκολία πια από την ίδια τους τη χώρα. Η ανεργία έχει μπει σε κάθε σπίτι. Οι ασθενείς αφήνονται με τρόπο χυδαίο στην τύχη τους. Τα παιδιά στα σχολεία υποσιτίζονται. Οι νέοι αυτής της χώρας μεταναστεύουν, όχι από επιλογή αλλά από ανάγκη. Συνέπειες της οικονομικής κρίσης; Σε κάποιο βαθμό ναι, αλλά σε καμία περίπτωση εξ ολοκλήρου. Η κρίση της ελληνικής κοινωνίας, αν και όχι οικονομική, υπέβοσκε και καλλιεργούνταν για πολλά χρόνια. Άλλωστε τα ζητήματα της χώρας δεν περιορίζονται σε καμία περίπτωση στην οικονομία. Απλά για πολλά χρόνια μια ψεύτικη οικονομική ευημερία κάλυπτε την μπόχα που ανεδύετο από όλους σχεδόν τους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας.

    Ο σεβασμός του κράτους απέναντι στον πολίτη του έχει πάει περίπατο εδώ και χρόνια. Δεν είναι σημερινό φαινόμενο τα ράντζα στα νοσοκομεία. Δεν είναι συνέπεια της οικονομικής κρίσης. Δεν είναι σημερινό φαινόμενο ούτε η γραφειοκρατεία που εμπόδιζε και εμποδίζει κάθε ορθή επιχειρηματική δραστηριότητα. Δεν είναι σημερινό φαινόμενο η αναγωγή του εύκολου πλουτισμού σε εξυπνάδα ή μαγκιά. Δεν είναι σημερινό φαινόμενο ούτε η υποβάθμιση της παιδείας και του πολιτισμού. Ούτε η απογύμνωση της χώρας από παραγωγικές μονάδες (βιοτεχνίες, βιομηχανίες, και ολοκληρωμένη και σύγχρονη αγροτική παραγωγή) είναι σημερινό φαινόμενο. Η ολική επαναφορά λοιπόν σε αυτό που γνωρίζαμε πριν την οικονομική κρίση δεν είναι λύση. Είναι απλά πισωγύρισμα.

    Η λύση βρίσκεται αλλού. Πρέπει επιτέλους να καθίσουμε κάτω και να κουβεντιάσουμε τι κράτος θέλουμε. Πώς θέλουμε να λειτουργεί, αν και κατά πόσον θα σέβεται τους πολίτες του, αν και κατά πόσον επίσης οι πολίτες θα σέβονται το κράτος τους, τι θέση θα έχει απέναντι στην Ευρώπη και κυρίως ποιων τα συμφέροντα θα εξυπηρετεί. Αυτά είναι θεμελιώδη ερωτήματα που ζητάνε επιτακτικά απάντηση. Πρέπει να αποφασίσουμε λοιπόν και πρέπει να αποφασίσουμε τώρα.

    Σε μία τέτοια κατάσταση που λύσεις και απαντήσεις επείγουν, η ψυχραιμία, η σοβαρότητα αλλά και η μετριοπάθεια και η διάθεση για συνεργασία και συμβιβασμούς, είναι τα στοιχεία που οφείλουν να χαρακτηρίζουν όλους όσους κληθούν να διαχειριστούν το μέλλον αυτής της χώρας, το μέλλον μας.

    Δεν μπορούμε να μιλάμε για το τέλος της μεταπολίτευσης χωρίς να ανοίγουμε ζητήματα τέτοιας φύσης. Η δεξιά πτέρυγα του πολιτικού φάσματος, η νέα δημοκρατία και το σημερινό πασοκ, φαίνονται να επιλέγουν το δρόμο της τρομοκρατίας και των απειλών. Με αυτόν τον τρόπο αρνούνται να δουν την πραγματικότητα και επί της ουσίας αρνούνται να μπουν και σε έναν ουσιαστικό διάλογο σχετικά με το παρόν και το μέλλον του τόπου. Ο φόβος άλλωστε δεν αποτελεί καλό σύμβουλο. Όμως και η αριστερά πλέον έχει ευθύνη. Είναι εύκολο κανείς παρασυρμένος από ένα γενικό, συχνά ποδοσφαιρικού τύπου, κλίμα νίκης και επικράτησης (επικράτηση επί ποιου αλήθεια;) να υποπέσει σε λάθη. Σε παροχολογίες άνευ ουσίας, σε συνθηματολογία χωρίς υπόβαθρο, σε στείρα πόλωση και αντιπαράθεση, σε λαϊκισμό.

    Ο πολίτης είναι αυτός που θα πρέπει με την ψήφο του στις επερχόμενες εκλογές να αναλάβει ευθύνες, να μοιράσει δυνάμεις και να αντιληφθεί ότι σήμερα στήνει το σκηνικό των επόμενων δεκαετιών.

    Η δική μου θέση είναι προφανής. Συμμετέχοντας ως επικεφαλής του ψηφοδελτίου της Δημοκρατικής Αριστεράς στον νομό Καρίδτσας θεωρώ ότι υπηρετώ την αριστερά της σοβαρότητας, των θέσεων και της ευθύνης. Ο καθένας φυσικά, έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να κρίνει ο ίδιος. Κλείνοντας όμως θα ήθελα να μοιραστώ μία σκέψη. Ένας φίλος μου είπε: “αν είχαμε να ψηφίσουμε δύο κόμματα και όχι ένα, ο Κουβέλης θα ήταν πρώτος με διαφορά!” Θεωρώ ότι έχει δίκιο. Μου θύμησε την ιστορία της ναυμαχίας της Σαλαμίνας όταν στην ψηφοφορία που διεξήθχθη αμέσως μετά την μάχη σχετικά με το ποιος επέδειξε την περισσότερη σύνεση, ο κάθε στρατηγός κατέταξε πρώτο τον εαυτό του και δεύτερο τον Θεμιστοκλή. Ο θεμιστοκλής όμως ήταν αυτός που αναγνωρίστηκε ως ο σοφότερος Έλληνας. Δεν θέλω σε καμία περίπτωση να ταυτίσω τον Φώτη Κουβέλη με τον Θεμιστοκλή. Λέω απλώς ότι όταν οι φόβοι και οι φωνές υποχωρούν σκεφτόμαστε καλύτερα. Η δεύτερη σκέψη άλλωστε είναι πάντα πιο ψύχραιμη.

 

 

 

Προοδευτικός ριζοσπαστισμός


άρθρο δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Αλήθεια" της Καρδίτσας (24/5/2012)




   Η σημερινή κατάσταση της χώρας οδηγεί όλους σε μία σκέψη περί ριζικής αναδιάρθρωσης του τρόπου με τον οποίο ασκείται η πολιτική. Κάτι πρέπει να αλλάξει άμεσα και αυτό είναι προφανές. Δεν θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να πορευόμαστε ωσάν να μην συμβαίνει τίποτα, όπως πορευόμασταν επί δεκαετίες ολόκληρες. Άρα δεν θα μπορούσαμε και δεν θα θέλαμε, (τουλάχιστον προσωπικά δεν θα ήθελα) να επιστρέψουμε και σε μία πρότερη χρονική στιγμή της σύγχρονης ιστορίας μας είτε αυτή είναι το 2008 είτε το 1981. Το παρόν, άλλωστε, είναι δημιούργημα του παρελθόντος και άρα η επιστροφή σε μία πρότερη χρονική στιγμή δεν μπορεί παρά να επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη και τις ίδιες παραλήψεις.
    Η κοινή πολιτική λογική επιβάλλει μία νέα, ριζοσπαστική θα έλεγα, κυβερνητική αντίληψη. Σε αυτό λίγο πολύ θα συμφωνήσουμε όλοι. Εκεί που μπορεί να διαφωνήσουμε είναι στο πρόσημο. Αν δηλαδή αυτός ο ριζοσπαστισμός θα έχει προοδευτικό ή συντηρητικό πρόσημο. Προσωπικά δεν θα μπω σε αυτήν την αντιπαράθεση, τουλάχιστον όχι τώρα. Για μένα τα διλήμματα προοδευτικότητας και συντηρητισμού έχουν λυθεί υπέρ της προόδου εδώ και πολλά χρόνια. Το ζήτημα δεν είναι εκεί. Αυτό που πρέπει να ορίσουμε, τουλάχιστον όσοι τοποθετούμαστε στον προοδευτικό χώρο, είναι το τι σημαίνει ο ριζοσπαστισμός και δη ο προοδευτικός ριζοσπαστισμός σήμερα.
    Κατ εμέ σημαίνει ότι πρέπει να σπάσουμε παγιωμένες αντιλήψεις που δεν αφήνουν την κοινωνία να ευημερήσει. Ρουσφέτια, μίζες, στείρα γραφειοκρατεία, άσκοπες απαγορεύσεις και περιορισμοί, κρατική αναλγησία, έλλειψη έρευνας και ανάπτυξης, έλλειψη ουσιαστικής παιδείας και πολιτισμού, δημαγωγία, έλλειψη ποιότητας σε προϊόντα και (κυρίως) σε συμπεριφορές, στρεβλή και κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα, έλλειψη εξωστρέφειας και εξαγωγών, έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης και κράτους δικαίου, έλλειψη ορθολογισμού στον δημόσιο βίο, έλλειψη σχεδιασμού σε όλους τους τομείς και τέλος έλλειψη ουσιαστικού πατριωτισμού. Όλα αυτά είναι ζητήματα με τα οποία η αριστερά οφείλει να ασχοληθεί ουσιαστικά και κυρίως να τα επιλύσει. Εδώ που φτάσαμε άλλωστε ας μην κοροϊδευόμαστε, το αποτέλεσμα είναι αυτό που μετράει και όχι οι όποιες καλές ή αγνές προθέσεις δηλώνει κανείς ότι έχει.
    Όλα τα παραπάνω λοιπόν είναι οι ουσιαστικές και σοβαρές προκλήσεις της προοδευτικής παράταξης. Όλα συν ένα. Την εφαρμογή τους στην πράξη. Εννοώ ότι όλα αυτά δεν μπορούν να μένουν άλλο στα λόγια. Πρέπει να γίνουν επιτέλους πραγματικά. Αυτό είναι το ριζοσπαστικό σήμερα. Δεν είναι ούτε τα γκουλάγκ ούτε ο προστατευτισμός, ούτε ο απόλυτος κρατισμός ούτε φυσικά η απομόνωση. Αυτά ανήκουν στο χθες. Αν κάποιοι τα νοσταλγούν θα πρέπει να κάτσουν και να σκεφτούν μήπως αυτό σημαίνει συντήρηση και οπισθοδρόμηση. Για μένα η πρόοδος βρίσκεται στον σεβασμό της προσωπικότητας του κάθε πολίτη χωριστά. Και για να γίνει αυτό απαιτείται ένα σύγχρονο, ισχυρό, δίκαιο και διακριτικό κράτος που θα λειτουργεί ως οργανωτής και εγγυητής των όρων με τους οποίους πορεύεται η κοινωνία και η οικονομία. Ένα κράτος που θα ορίζει ένα πλαίσιο δικαιοσύνης και σεβασμού του πιο αδύναμου αλλά και δημιουργίας προοπτικών ορθής ανάπτυξης για το δημιουργικό εκείνο κομμάτι της κοινωνίας που επιθυμεί να πάει ένα βήμα παραπέρα επιχειρώντας και συνεισφέροντας μ' αυτόν τον τρόπο στην κοινωνία με θέσεις εργασίας, πόρους και κοινωνική συνοχή.
    Αν κάποιος πραγματικά πιστεύει στην ουσιαστική προοδευτική διακυβέρνηση του τόπου δεν έχει παρά να βρει τρόπους και συνεργασίες προκειμένου να κυβερνήσει κι εκεί να κάνει πράξη όλα όσα (λέει ότι) πρεσβεύει. Τον ριζοσπαστισμό κατά συνέπεια, δεν αρκεί να τον έχει κανείς στον τίτλο του κόμματός του ούτε να τον κάνει σημαία του. Αν τον έχει καλώς τον έχει. Απλά η μπάλα παίζεται στο γήπεδο και όχι στην κερκίδα. Όλα τα άλλα είναι άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε.

 

 

Και μετά τι;


άρθρο δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Αλήθεια" της Καρδίτσας (15/5/2012)



   Μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου η απόφαση των Ελλήνων Πολιτών οδήγησε σε μία δύσκολη διεργασία συγκρότησης κυβέρνησης. Η πρόταση του Φώτη Κουβέλη για συγκρότηση οικουμενικής κυβέρνησης με απαραίτητη τη συμμετοχή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και με γραπτή δέσμευση όλων των κομμάτων αναφορικά με τους στόχους της κυβέρνησης (άρα θα μπορούσε να γίνει διαπραγμάτευση μεταξύ των κομμάτων επί των όρων αυτών) υπήρξε ρεαλιστική και θα έλεγα ότι κατ΄ουσίαν πολύ λίγο διέφερε από την πρόταση του Αλέξη Τσίπρα για επιστολές Βενιζέλου και Σαμαρά περί αποκήρυξης των παλαιότερων δεσμεύσεων που είχαν προσωπικά αναλάβει περί μελλοντικής υποστήριξης των όρων του μνημονίου. Ήταν όμως άμεσα εφαρμόσιμη και πολύ πιο προσηλωμένη στον στόχο της ταχύτερης απαγκίστρωσης από το μνημόνιο αφού θα ανάγκαζε τα δύο πρώην μεγάλα κόμματα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να δεχθούν επί της ουσίας την σκληρή επαναδιαπραγμάτευση των όρων της δανειακής σύμβασης. Διαφορετικά θα έπρεπε αυτά τα δύο κόμματα να αναλάβουν την ευθύνη και να οδηγήσουν τη χώρα ξανά σε εκλογές με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν μπόρεσε ή δεν ήθελε να αντιληφθεί την ουσία της πρότασης με αποτέλεσμα όπως όλα δείχνουν να οδηγούμαστε σε νέες εκλογές στα μέσα Ιουνίου.

    Όλες αυτές τις μέρες των διαπραγματεύσεων για την συγκρότηση κυβέρνησης πολλά παιχνίδια παίχτηκαν σε πολιτικό αλλά και επικοινωνιακό επίπεδο. Πολλά ήταν και τα χτυπήματα κάτω από τη ζώνη και μάλιστα εξ οικείων προερχόμενα αλλά δεν είναι η ώρα να τα αναλύσουμε τώρα. Θα γίνει κι αυτό αλλά σε κάποια πιο κατάλληλη χρονική στιγμή. Το ουσιαστικό ζήτημα που γεννάται είναι το τι θα γίνει μετά και τις δεύτερες εκλογές. Όλες οι δημοσκοπήσεις μέχρι στιγμής δείχνουν τα δύο πρώην μεγάλα κόμματα να αποδυναμώνονται περαιτέρω και η Αριστερά να ενισχύεται. Ωστόσο ο κίνδυνος συντηρητικής μετατόπισης των πολιτών στο διάστημα που θα ακολουθήσει και σε μία τεταμένη και εξαιρετικά ρευστή πολιτική κατάσταση είναι υπαρκτός. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα συμβεί αλλά στην περίπτωση που τελικά συμβεί θα πρέπει να αποδοθούν ευθύνες.

    Όμως το βασικό ερώτημα παραμένει. Τι θα γίνει την επομένη των δεύτερων πια εκλογών. Η άποψή μου είναι ότι η λύση βρίσκεται σε κυβέρνηση της Αριστεράς. Κάτι τέτοιο άλλωστε φαντάζει πια πολύ πιθανό. Λέω ότι η λύση είναι η Αριστερά διότι πέρα από τα νούμερα υπάρχει και η ανάγκη των πολιτών να ελπίσουν σε κάτι διαφορετικό. Η ανάγκη να πιστέψουμε ξανά ότι οι κυβερνήσεις υπάρχουν για να εξυπηρετούν τους πολίτες και τα δικά τους συμφέροντα και όχι τα συμφέροντα των τραπεζών, των πολυεθνικών και των μεγαλοεργολάβων. Αυτό το στόχο θα έχει μία κυβέρνηση της Αριστεράς. Να δημιουργήσει επιτέλους (θα έλεγα να αποκαταστήσει αλλά κατ' ουσίαν δεν υπήρξε ποτέ) μία σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πολίτη και το κράτος. Θα πρέπει λοιπόν αυτήν την ευκαιρία που έδωσαν και που θα δώσουν οι πολίτες στην Αριστερά να την διαχειριστούμε με πολύ μεγάλη προσοχή και σοβαρότητα. Πρέπει λοιπόν από αυτήν την μάχη να βγούμε ως Αριστερά αλλά και ως πολίτες κερδισμένοι και ενωμένοι.

    Η νέα κυβέρνηση της Αριστεράς θα διαμορφωθεί από τους ίδιους τους πολίτες. Οι πολίτες με την ψήφο μας θα καθορίσουμε τα χαρακτηριστικά της. Εννοώ ότι δεδομένου ότι την αυτοδύναμη κυβέρνηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α μάλλον την αποκλείουμε (και δεν ξέρω και εάν θα ήταν και καλό άλλωστε) θα έχουμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε μία ισορροπία των δύο κύριων εκφραστών της Αριστεράς στην χώρα. Του ΣΥ.ΡΙΖ.Α και της ΔΗΜ.ΑΡ. Βγάζω απ' έξω το Κ.Κ.Ε. το οποίο έχει από καιρό διαχωρίσει τη θέση του λέγοντας ότι δεν πρόκειται να συνεργαστεί ποτέ και με κανέναν και ως ξεκάθαρη θέση είναι σεβαστή.

    Δεδομένου λοιπόν ότι την μετεκλογική συνεργασία της Αριστεράς την θεωρώ επιβεβλημένη, αναπόφευκτη και εν τέλει και επιθυμητή για την ουσιαστική πρόοδο της χώρας, το πραγματικό ζητούμενο των επικείμενων εκλογών είναι να ορίσουμε ως πολίτες αυτήν την ισορροπία μεταξύ ΔΗΜ.ΑΡ. και ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Θεωρώ ότι ο συνδυασμός της δυναμικής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και της σταθερότητας της ΔΗΜ.ΑΡ. είναι ο ιδανικός συνδυασμός αρκεί να έχει (και είμαι σίγουρος ότι τελικά θα έχει) την σωστή αναλογία.

    Κατ' εμέ η ΔΗΜ.ΑΡ. θα πρέπει να είναι ο ισχυρός εκείνος πόλος που θα εμποδίσει αδυναμίες του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που ενδεχομένως θα πηγάζουν είτε λόγω απειρίας είτε λόγω των πολλών (12) διαφορετικών κομματικών σχηματισμών που εμπεριέχονται σε αυτόν. Η αναγκαιότητα η ΔΗΜ.ΑΡ. να αυξήσει τα ποσοστά της προκειμένου να μπορεί να αποτελέσει το αντίβαρο έναντι ορισμένων ας πούμε πιο ριζοσπαστικών (εσκεμμένα δεν τις χαρακτηρίζω ακραίες) συνιστωσών του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αφού η διακυβέρνηση και μάλιστα υπό αυτές τις συνθήκες είναι μία εξαιρετικά δύσκολη και λεπτή υπόθεση. Ο “τσαμπουκάς” θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να μπορεί να συνδυαστεί με διπλωματία και οι “απειλές” να εδράζονται σε μια ώριμη αντίληψη της πραγματικής κατάστασης.





Η κάλπη ακουμπάει το μέλλον


άρθρο δημοσιευμένο στο blog karitsa-city
(http://karditsa-city.blogspot.com/2012/05/blog-post_7828.html )




 Την Κυριακή 6 Μαίου πρέπει να έχουμε αποφασίσει. Από Δευτέρα τα ψέματα τελειώνουν. Η ψήφος μας είναι αυτή που διαμορφώνει ισορροπίες, συσχετισμούς, κυβερνήσεις, μέλλον. Αυτό το τελευταίο είναι που πρέπει να έχει κανείς στο μυαλό του πριν μπει στο “παραβάν”.
    Η ψήφος αναφέρεται πάντα στο μέλλον και ποτέ στο παρελθόν. Τον τελευταίο καιρό με αφορμή την υποψηφιότητά μου ως βουλευτής Καρδίτσας της ΔΗΜ.ΑΡ. έχω έρθει σε επαφή με πάρα πολύ κόσμο σε ολόκληρο τον νομό Καρδίτσας, στην πόλη και στα χωριά. Από τα βασικότερα αντεπιχειρήματα (ίσως να είναι και το μοναδικό) που ακούω από πολίτες που προτίθενται να ψηφίσουν ξανά πασοκ και νέα δημοκρατία, είναι το παρελθόν. Δεν θα μπω στον πειρασμό καν να σχολιάσω τον πυρήνα αυτού του παρελθόντος. Ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι το “παρελθόν” των παλαιών κομμάτων στην Ελλάδα περιλαμβάνει πολύ ρουσφέτι, βόλεμα, οικογενειοκρατία ή και οικογενειακή παράδοση αλλά και κάποιες μεταρρυθμίσεις που ακούς από ορισμένους λίγο πιο ψύχραιμους.
    Σε κάθε περίπτωση το παρελθόν είναι παρελθόν και κάποια στιγμή με περισσότερη νηφαλιότητα θα κριθεί. Μπορεί όμως να ψηφίζει κανείς με γνώμονα το παρελθόν; Μπορεί δηλαδή να βασίζει κανείς το μέλλον του και κυρίως το μέλλον της επόμενης γενιάς στο ό,τι καλό ή κακό έγινε κάποια στιγμή στο παρελθόν; Εγώ θα πω ότι κάτι τέτοιο μπορεί να ισχύει μόνο στην περίπτωση που το παρελθόν αποτελεί κάποιου είδους εγγύηση για το μέλλον. Μόνο δηλαδή στην περίπτωση που βασιζόμενος κανείς στο παρελθόν μπορεί να ελπίζει ότι αυτό το καλό θα επαναληφθεί και στο μέλλον. Όμως σήμερα κάτι τέτοιο δεν ισχύει σε καμία περίπτωση. Το παρελθόν ούτε μπορεί, ούτε και πρέπει να επαναληφθεί. Αυτό που πρέπει να συμβεί και πρέπει εμείς να το κάνουμε να συμβεί με την ψήφο μας, είναι να δημιουργήσουμε μία καινούρια δημόσια διοίκηση, μία νέα αντίληψη περί κοινωνικής δικαιοσύνης, ένα κοινωνικό κράτος και εν τέλει μία σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και πολίτη.
    Είναι λοιπόν τουλάχιστον άτοπο να ισχυρίζεται κανείς ότι σκοπεύει να ψηφίσει τα δύο πρώην μεγάλα παλαιά κόμματα γιατί “μας έδωσε και φάγαμε ψωμί”, “μου βόλεψε το παιδί” “έφερε την Δημοκρατία” κλπ κλπ. Ανεξάρτητα από την όποια κριτική μπορεί να κάνει κανείς στην ουσία των επιχειρημάτων αυτών (και χωράει πολύ κριτική είναι αλήθεια) όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Στο παρόν και στο μέλλον αυτός που “μας έδωσε ψωμί” μας το παίρνει και θα μας το πάρει πίσω με τόκο, αυτός που “μας βόλεψε το παιδί” τώρα θα μας το πετάξει στο δρόμο, και αυτός που “έφερε τη Δημοκρατία” τώρα την υποβαθμίζει και την εξευτελίζει καθημερινά.
    Εμείς, η νεότερη γενιά, οφείλουμε να δούμε το μέλλον μας και όχι το παρελθόν των μεγαλυτέρων. Σε αυτές τις εκλογές (αλλά σίγουρα και στις επόμενες) κρίνεται ο πυρήνας της ζωής που θα ζήσουμε. Ας προσπαθήσουμε να πείσουμε τους μεγαλύτερους ότι πλέον ψηφίζουν για τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Ο κύκλος των παλαιών κομμάτων έκλεισε, και μαζί του έκλεισε και μία σειρά αναμνήσεων και πολλών κακών συνηθειών. 







Να μην τους αφήσουμε να μας κάνουν Οίκο Αποχής...

άρθρο δημοσιευμένο στο site neolaia.gr
(http://www.neolaia.gr/2012/04/18/stefanos-katsaras-karditsa-dimokratiki-aristera/)






        Ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό όταν ένας πιτσιρικάς γύρω στα 18 μου είπε σε μία κουβέντα ότι δεν έχει σκοπό να πάει να ψηφίσει στις εκλογές γιατί όλοι είναι ίδιοι. Και του είπα αυτό ακριβώς, “με την δική σου αποχή θα μας κάνουν....”
        Σε αυτήν την εκλογική διαδικασία όλα είναι διαφορετικά από κάθε άλλη φορά. Το παιχνίδι που παίζεται στην πλάτη μας είναι τεράστιο. Είναι αυτές ίσως και οι επόμενες εκλογές που θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό το πώς θα ζήσουμε τα επόμενα τουλάχιστον είκοσι χρόνια. Τα δύο πρώην μεγάλα κόμματα ξέρουμε όλοι ότι έχουν μηχανισμούς. Αυτοί οι μηχανισμοί, που σε τελική ανάλυση αλοιώνουν την θέληση του πολίτη, θα εξασφαλίσουν στα δύο κόμματα ένα ποσοστό (φυσικά πολύ μικρότερο από τις προηγούμενες φορές) ικανό να τους εξασφαλίσει έναν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των πραγμάτων στο άμεσο μέλλο. Το πόσο σημαντικός θα είναι αυτός ο ρόλος είναι ένα ζητούμενο. Η δική μας στάση στις εκλογές που έρχονται θα το καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό. Αν ένα μεγάλο μέρος από εμάς αποφασίσει να απέχει (τα άκυρα και τα λευκά επίσης έχουν τα ίδια αποτελέσματα) τότε εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο πληθυσμός των ψηφοφόρων μειώνεται και κατά συνέπεια ακόμα κι αν είναι σε απόλυτους αριθμούς λίγοι εκείνοι που θα ψηφίσουν τα δύο κόμματα, τα ποσοστά επί των φηφοφόρων θα είναι υψηλά.
         Κάθε νέος άνθρωπος πρέπει πια να αναλάβει τις δικές του ευθύνες. Όλες οι ποιοτικές έρευνες των τελευταίων εβδομάδων δείχνουν ότι ο δικομματισμός συντηρείται ουσιαστικά από τους συναταξιούχους τους άνω των 65 και τις νοικοκυρές. Δεν τους κατηγορώ. Αυτά τα βιώματα έχουν αυτά κάνουν. Οι νέοι όμως από 18 έως 35 ετών έχουν εντελώς άλλες απόψεις και σε καμία περίπτωση υπέρ του διεφθαρμένου συστήματος που στο κάτω κάτω έκλεισε τον κύκλο του. Το κακό είναι ότι η ηλικιακή αυτή ομάδα (18-35) εμφανίζει πολύ υψηλά ποστοστά αποχής, λευκών και άκυρων. Άρα ουσιαστικά οι νέες απόψεις που κανονικά θα έπρεπε να είναι κυρίαρχες με στόχο να αλλάξει ριζικά η πορεία της χώρας, η πορεία τού μέλλοντός μας, μετατρέπονται εξ αιτίας μίας επιφανειακής και στενόμυαλης λογικής σε μειοψηφικές.
       Δυστυχώς αν τους αφήσουμε να κάνουν τα δικά τους, σε τελική ανάλυση τα σπασμένα θα πρέπει να τα πληρώσουμε εμείς κι όχι αυτοί, διότι εμείς με την αποχή μας και άρα την ανοχή μας, τους αφήνουμε όλο το χώρο να κάνουν τα δικά τους παιχνίδια.
        Τέλος, για να καταρρίψω μία ακόμα δικαιολογία θα πω το εξής απλό. Τα κόμματα που διεκδηκούν σήμερα την είσοδό τους στην Βουλή είναι πάρα πολλά. Περίπου δέκα. Δεν μπορεί οι απόψεις κάποιου από όλα αυτά να μην είναι πιο κοντά και στις δικές μας απόψεις! Φυσικά μπορεί να μην ταυτίζονται με κανένα κόμμα (και αυτό το σέβομαι) αλλά όσο εμείς θα περιμένουμε να ταυτιστούμε απόλυτα οι άλλοι θα τρώνε το μέλλον μας.







Η αισθητική της πολιτικής και η πολιτική της αισθητικής

άρθρο δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Πατρίδα" της Καρδίτσας (15/3/2012)



Πρέπει να αλλάξουμε. Αυτό ακούγεται πια παντού. Αμέσως μετά ωστόσο, γεννάται το πιο απλό ερώτημα. Τι είναι αυτό που πρέπει να αλλάξουμε; Εδώ θα πω ότι θα πρέπει εν μέρει να κινηθούμε σε δύο δρόμους. Στην αλλαγή της αισθητικής με την οποία ασκείται η πολιτική στον τόπο και στην αλλαγή της πολιτικής αναφορικά με την αισθητική στην καθημερινότητα του πολίτη.
            Η αλήθεια είναι ότι και στα δύο αυτά ζητήματα χωλαίνουμε σημαντικά ως λαός. Αναφορικά με το πρώτο κομμάτι, αυτό της αισθητικής στον τρόπο άσκησης της πολιτικής και κατ’ επέκταση και της εξουσίας, εδώ και πολλά χρόνια παρατηρεί κανείς ότι πάρα πολύ συχνά η πολιτική ασκείται με τρόπο αντιαισθητικό έως και χυδαίο. Τόνοι χαρτοπόλεμος, σημαιάκια, καραμούζες, διάφοροι καρνάβαλοι εδώ κι εκεί και παρδαλές (και πανάκριβες!) διαφημιστικές αφίσες να πλημμυρίζουν τις πλατείες. Όλα αυτά θα συνέθεταν ένα πολύ όμορφο κλίμα αν επρόκειτο για Απόκριες και όχι για προεκλογικές συγκεντρώσεις. Σαν να μην έφταναν αυτά, η αποκριάτικη παρέλαση συνεχίζεται με αμέτρητες ανούσιες χαιρετούρες των υποψηφίων Πρωθυπουργών με απελπισμένους πολίτες που παρακαλάν για ένα ρουσφέτι. Έτσι φτάνουμε κάθε ψήφος να κοστίζει στην Ελλάδα κάτι λιγότερο από 10 ευρώ ενώ στην Μ. Βρετανία  μόλις 0,33 λεπτά! Και αυτό πραγματικά προσβάλει την αισθητική του κάθε πολίτη μιας και μεταφράζεται σε λιγότερα σχολεία, λιγότερα νοσοκομεία, λιγότερες και χειρότερες υποδομές.
Αντιαισθητικό είναι επίσης να πρέπει να λαδώσεις για να λάβεις αυτό που δικαιούσαι. Εξίσου αντιαισθητικό όμως είναι και να μπορείς να λαδώσεις για να λάβεις αυτό που δεν δικαιούσαι. Η προσβολή αυτή της δημόσιας αισθητικής συνεχίζεται με αμέτρητα παραδείγματα. Ο κρυμμένος τροχονόμος πίσω από τις φυλλωσιές, τα διόδια που φυτρώνουν σε δρόμους πληρωμένους από τον πολίτη, ο Βουλευτής που θεωρεί εαυτόν σφουγγοκολάριο  των συμφερόντων, ο Υπουργός που τολμάει να υποστηρίζει ότι τα φάγαμε μαζί, ο άλλος που απέκτησε εβδομήντα πέντε ακίνητα χωρίς να δουλεύει, αλλά κι ο πολίτης που γνωρίζει όλα αυτά και τα ανέχεται ή και συμμετέχει. Όμως επιτέλους κάποια στιγμή πρέπει να αποφασίσουμε ότι τελειώσαμε με την εποχή του Γκόρτσου και του Μαυρογιαλούρου.
Η πολιτική οφείλει να ασκείται σε ένα πλαίσιο ουσίας και σοβαρότητας. Να στοχεύει στην επίλυση πρακτικών προβλημάτων και στον σχεδιασμό καλύτερου μέλλοντος για τους πολίτες. Να χαρακτηρίζεται από σεβασμό στον πολίτη, στις ανάγκες του, στην αισθητική του.
Και κάπου εδώ ερχόμαστε στο ζήτημα της αισθητικής στην καθημερινότητα του πολίτη και στην πολιτική που υπηρετεί αυτόν ακριβώς τον σκοπό. Στην Ελλάδα η έννοια της αισθητικής στην καθημερινότητα έχει υποβαθμιστεί σημαντικά εδώ και πάρα πάρα πολλά χρόνια. Η επιβίωση παλιότερα, η ανάγκη μετέπειτα και το εύκολο και γρήγορο κέρδος τα τελευταία χρόνια αποτέλεσαν διαχρονικά την αιτία της εξέλιξης του τόπου με βάσει την αρχή του «άρπα κόλλα».  Όμως η λογική αυτή είναι εξαιρετικά κοντόφθαλμη και την βρίσκεις μπροστά σου με πάρα πολλές μορφές. Από τον γεμάτο σκουπίδια και κακοφτιαγμένο δρόμο (που θα γίνει όπως – όπως αρκεί να γίνει), μέχρι το παρατημένο σχολείο (που στην αυλή του θα πέσει τόση άσφαλτος όση και στον δρόμο) και μέχρι τη Βουλή με την πινέζα στον ξεχαρβαλωμένο πίνακα ανακοινώσεων, κυριαρχεί η ίδια λογική του «άρπα κόλλα», η λογική του «ό,τι νά ‘ναι». Θα μου πει κανείς βέβαια ότι «εδώ πτωχεύσαμε την αισθητική θα κοιτάξουμε;» και φυσικά θα συμφωνήσουν πολλοί γιατί έτσι μάθαμε. Γιατί για άλλη μια φορά κάποιο άλλοθι του τύπου «ανάγκη», «βιασύνη», «φτώχεια», θα μας πείσει ότι πρέπει να βάλουμε την αισθητική σε δεύτερη ή τρίτη μοίρα. Όμως και τα τελευταία χρόνια που (φαινομενικά έστω) λεφτά υπήρχαν, πάλι το ίδιο δεν γινόταν; Πάλι άρπα κόλλα δεν γινόντουσαν όλα; Η απάντηση φυσικά είναι προφανής.
Δύο κυρίως πράγματα πρέπει να αναλογιστεί κανείς σχετικά. Το πρώτο είναι ότι στον κακοφτιαγμένο δρόμο θα οδηγείς άτσαλα,  το κακοφτιαγμένο σχολείο θα παραγάγει άτσαλους πολίτες και η κακοφτιαγμένη Βουλή δεν μπορεί παρά να φιλοξενεί άτσαλους πολιτικούς που φτιάχνουν κακοφτιαγμένους δρόμους και κακοφτιαγμένα σχολεία  πάντα στη λογική του «άρπα κόλλα». Δημιουργείται λοιπόν, ένας φαύλος κύκλος διαιώνισης της χαμηλής ποιότητας ζωής των πολιτών που συνηθίζουν να ζουν μέσα σε ένα χαμηλού επιπέδου περιβάλλον λες και δεν αξίζουν κάτι καλύτερο. Λες και είναι καταδικασμένοι να ζουν μέσα σε μια μιζέρια και μια κακομοιριά  μόνο και μόνο επειδή ζουν σε μια κοινωνία που ανακυκλώνει το «ότι νά ‘ναι».
Το δεύτερο πράγμα που πρέπει να αναλογιστεί κανείς είναι ότι όλα αυτά τα συνήθως μικροπροβλήματα που απορρέουν από την κακή αισθητική είναι τόσα πολλά που συσσωρεύονται και καταλήγουν να μας πιέζουν υπερβολικά αλλά χωρίς να καταλαβαίνουμε από πού πηγάζει η πίεση αυτή. Όταν όμως πιέζεται κανείς, τότε  αποσυντονίζεται και φυσικά δεν μπορεί να είναι παραγωγικός. Μπορεί να δουλεύει πολύ αλλά δεν έχει αποτέλεσμα. Ας δούμε λίγο τις παραγωγικές και ανταγωνιστικές χώρες της Ευρώπης αλλά και του Κόσμου ευρύτερα. Εύκολα παρατηρεί κανείς ότι οι χώρες αυτές χαρακτηρίζονται από υψηλή αισθητική. Χαρακτηρίζονται από όμορφες και φιλικές πόλεις, σωστή χωροταξία, πράσινο, υψηλή αρχιτεκτονική και πλούσια πολιτιστική ζωή. Όμως αυτή ακριβώς η υψηλή αισθητική είναι που κάνει δυνατή και την αποδοτική εργασία αλλά και τον ποιοτικό τουρισμό, έτσι ώστε να παράγει χρήματα για τους πολίτες και το κράτος .
Από την εποχή της αρχαίας Ελλάδας που πρωτοεμφανίστηκε η έννοια της αισθητικής και του κάλους μέχρι το σύγχρονο πολιτισμένο κόσμο (που ουσιαστικά αναπαράγει αρχαιοελληνικές αρχές), η υψηλή αισθητική κατείχε και κατέχει δεσπόζουσα θέση. Ας κάνει κανείς μία σύγκριση των ανεπτυγμένων χωρών με τις υπανάπτυκτες και θα δει ότι το πρώτο πράγμα στο οποίο εμφανώς διαφέρουν με την πρώτη ματιά είναι η ποιότητα της αισθητικής στην καθημερινότητα. Τέλος, δεν είναι τυχαίο ότι σε χώρες (ή και σε περιοχές) με υψηλή αισθητική παρατηρούμε ταυτόχρονα και χαμηλή εγκληματικότητα, υψηλή ποιότητα ζωής και υψηλούς δείκτες ευτυχίας στους πληθυσμούς. Αυτό είναι που επιδιώκουμε για τις πόλεις μας και τα χωριά μας. Αυτό ακριβώς είναι που διεκδικούμε για το μέλλον μας και το μέλλον των παιδιών μας.

 

 

 

 

 

Democracy Alert. Εξαφάνιση εξουσίας

 άρθρο δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Άλήθεια" της Καρδίτσας (7/3/2012)


Στο άρθρο  26, το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα εξαγγέλλει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών σε τρεις επιμέρους λειτουργίες. Στην Νομοθετική λειτουργία η οποία ασκείται από την Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, την Εκτελεστική Λειτουργία η οποία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση, και τέλος στην Δικαστική λειτουργία που ασκείται από τα Δικαστήρια. Άρα λοιπόν, με απλά λόγια η Βουλή νομοθετεί, η Κυβέρνηση κυβερνά βάσει των νόμων που ψηφίζει η Βουλή, τα Δικαστήρια δικάζουν επίσης βάσει των νόμων που ψηφίζει η Βουλή και την εύρυθμη λειτουργία όλων αυτών εγγυάται ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο οποίος και επικυρώνει τους νόμους που ψηφίζει η Βουλή.
Η Βουλή, λοιπόν, οφείλει να νομοθετεί. Τονίζω η Βουλή και όχι η Κυβέρνηση. Με άλλα λόγια η Βουλή (οι βουλευτές δηλαδή) έχουν το δικαίωμα και την υποχρέωση να αποφασίζουν βάσει ποιων νόμων θα πορεύεται η κοινωνία. Επαναλαμβάνω, η Βουλή και όχι η Κυβέρνηση. Αυτά όμως συμβαίνουν μόνο στη θεωρία. Από τη μεταπολίτευση και μετά αυτή που νομοθετούσε ήταν η Κυβέρνηση. Η εκάστοτε Κυβέρνηση ήταν αυτή που πρότεινε νομοσχέδια και η κοινοβουλευτική ομάδα του κυβερνώντος κόμματος τυφλά, άκριτα και υπάκουα υπερψήφιζε αυτό ακριβώς που επέβαλε η Κυβέρνηση. Συχνά χωρίς καν να διαβάζουν τι ψηφίζουν. Αποκορύφωμα αυτής της χυδαίας διαδικασίας υπήρξε η ανεκδιήγητη δήλωση Χρυσοχοΐδη που δήλωσε ότι ψήφισε το μνημόνιο στην σπουδαιότερη ψηφοφορία των τελευταίων δεκαετιών χωρίς καν να διαβάσει τι ψήφισε. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός της δήλωσης αυτής αντιλαμβάνεται κανείς με ποιον τρόπο ψηφίζονταν όλα τα υπόλοιπα νομοσχέδια των προηγούμενων δεκαετιών. Σε όλα αυτά ας προσθέσουμε και την «κομματική πειθαρχία», επί ποινής διαγραφής, για να καταλάβουμε το μέγεθος της διαστρέβλωσης του πολιτεύματος. Έλεγχος λοιπόν, της κυβέρνησης από την πλευρά της Βουλής δεν υπήρξε ποτέ. Ο όποιος έλεγχος υπήρχε, ήταν κάθε τέσσερα χρόνια στις εκλογές από τους ψηφοφόρους. Οι ψηφοφόροι ωστόσο ήταν αφενός ελλιπώς ενημερωμένοι (αν όχι εντελώς ανενημέρωτοι) για το ποια νομοσχέδια και ποιες τροπολογίες ψηφιζόντουσαν νύχτα και από ποιους, και αφετέρου  ήδη σε μεγάλο βαθμό εξαγορασμένοι μέσω κάποιου ρουσφετιού από την πλευρά των Βουλευτών που τελικά εξουδετέρωναν με τη στάση τους και τον έλεγχο από τον Λαό.  Όμως αν η διάκριση των εξουσιών χαρακτηρίζει θετικά ένα πολίτευμα, η άρνησή της στη θεωρία ή στην πράξη, ταυτίζεται με την αυταρχική άσκηση της εξουσίας.
Είναι πια επιτακτικός ένας επανασχεδιασμός του συστήματος λειτουργίας και διακυβέρνησης της χώρας. Οι τρεις εξουσίες, θα πρέπει κατ’ αρχάς να υπάρχουν και κατά δεύτερον να ελέγχονται αμοιβαία αλλά και κυρίως από τους πολίτες. Η πρόταση που τελευταία ακούγεται, της μείωσης, δηλαδή, των βουλευτών από τριακόσιοι που είναι σήμερα σε διακόσιους, αν δεν συνοδεύεται από μία ολοκληρωμένη πρόταση, τότε  κινείται σε μία κοντόφθαλμη λογική, τη λογική της εξοικονόμησης των εξόδων εκατό Βουλευτών. Στην παρούσα συγκυρία φυσικά, κανένα έξοδο δεν είναι αμελητέο. Ωστόσο πρέπει να αποφύγουμε τον κίνδυνο να παρασυρθούμε και έτσι να επιδοθούμε σε μία σειρά μπαλωμάτων εξ αιτίας της δύσκολης συγκυρίας.
Το πρόβλημα λοιπόν, που ξεκινάει από την απουσία της νομοθετικής εξουσίας δεν μπορεί να λυθεί με τον περιορισμό της αλλά αντίθετα με την ενίσχυση και τη ριζική αναμόρφωσή της.
Η δημιουργία ενός συστήματος εκλογής που θα καθιστούσε την επανεκλογή του βουλευτή πιο δύσκολη, απαιτώντας σε κάθε εκλογική διαδικασία να λαμβάνει περισσότερες ψήφους θα μπορούσε για παράδειγμα να αποτελέσει την οριστική και ισορροπημένη λύση στο πρόβλημα της «κατ’ επάγγελμα» πολιτικής. Αν δηλαδή ο νόμος απαιτούσε  σε κάθε περίπτωση  δεύτερης, τρίτης (και ούτω καθεξής), εκλογικής διαδικασίας, αύξηση του απαιτούμενου αριθμού ψήφων ανάλογα με τον αριθμό βουλευτικών θητειών που έχει ο κάθε υποψήφιος, τότε σκέψεις περιορισμού της Δημοκρατίας (δήθεν χάριν της ανανέωσης) κάνοντας στις εκλογές χρήση λίστας υποψηφίων αντί για σταυροδοσία, θα εξαφανιζόταν από το δημόσιο διάλογο.
Αντίστοιχα, μειώσεις στις αποζημιώσεις και ουσιαστικός έλεγχος της περιουσιακής κατάστασης των βουλευτών καθώς και εξορθολογισμός του κόστους λειτουργίας των γραφείων τους με περιορισμό των συνεργατών τους και των ευεργετημάτων που λαμβάνουν, θα καθιστούσε την πρόταση μείωσης του αριθμού των βουλευτών κενή περιεχομένου. Ταυτόχρονα, (και επειδή η συλλήβδην καταδίκη όλων των πολιτικών αυτού του τόπου είναι ακραία επικίνδυνη!) ο εκπρόσωπος του πολίτη θα πρέπει να χαίρει κρατικής εγγύησης και προστασίας της περιουσιακής του κατάστασης. Το κράτος δηλαδή να εγγυάται ότι από την είσοδο κάποιου στη πολιτική ζωή της χώρας  μέχρι και την έξοδό του από αυτή, η περιουσιακή του κατάσταση δεν  θα αυξηθεί αδικαιολόγητα αλλά ούτε και θα μειωθεί κάτω από το σημείο που ήταν όταν πρωτοεισήλθε στην πολιτική. Με τον τρόπο αυτό και έχοντας την εγγύηση του κράτους ότι δεν θα χάσει την περιουσία του λόγω της ενασχόλησής του με την πολιτική (ένα φερέγγυο κράτος λοιπόν είναι προς το συμφέρον και του ίδιου του Βουλευτή!), τότε θα μπορεί να ασκήσει ανεξάρτητος και ελεύθερος από κομματικές και οικονομικές δεσμεύσεις και εξαρτήσεις το νομοθετικό του έργο. Ανεξάρτητος, ελεύθερος και κατά συνείδηση, ακριβώς όπως το Σύνταγμα ορίζει.
Το πρόβλημα του πολιτικού συστήματος της χώρας λοιπόν, δεν είναι η ποσότητα των Βουλευτών αλλά η ποιότητά τους.

 

 



 

Η έξυπνη κίνηση των Γερμανών


άρθρο δημοσιευμένο στην εφημερίδα  "Νέος Αγών" της Καρδίτσας(23/2/2012)



Η Γερμανία σήμερα κυριαρχεί στην διεθνή πολιτική σκηνή της Ευρώπης αλλά φυσικά και στο Παγκόσμιο πολιτικό γίγνεσθαι. Όντας πια οικονομική υπερδύναμη και ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς προϊόντων παγκοσμίως έχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει την οικονομική κρίση του Δυτικού Κόσμου με σχετική άνεση, με ευημερία για τους πολίτες της (τουλάχιστον προς το παρόν) και ταυτόχρονα κινώντας τα νήματα σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες (κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά του Νότου)  μεταξύ αυτών βεβαίως και της Ελλάδας.
Κοιτώντας κανείς πίσω στην ιστορική πορεία της Γερμανίας, ωστόσο, διαπιστώνει διάφορα εξαιρετικά σημαντικά γεγονότα που δυνητικά δεν θα έπρεπε να της επιτρέπουν να βρίσκεται σήμερα στη θέση που βρίσκεται. Αντιμετώπισε δύο μεγάλες και καταστροφικές για την ίδια ήττες, σε ισάριθμους παγκοσμίους πολέμους. Ειδικά μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο υπήρξε πέραν των καταστροφών και μία σημαντική αποβιομηχάνιση της Γερμανίας καθώς και εκτεταμένη λεηλασία των πλούσιων παραγωγικών μέσων που διέθετε.  Στη συνέχεια ακολούθησαν περίπου σαράντα πέντε χρόνια αυστηρής και πολύπλευρης ξένης κηδεμονίας. Φυσικά κανείς δεν μπορεί να πιστέψει ότι μία οποιαδήποτε ξένη κηδεμονία οποιασδήποτε χώρας προτίθεται να προστατέψει τα συμφέροντα του κηδεμονευόμενου έναντι του κηδεμόνα. Παρόλα αυτά οι Γερμανοί είναι σήμερα παγκόσμια οικονομική δύναμη.
Γεννάται, λοιπόν, εύλογα το ερώτημα πώς το κατάφεραν. Η αιτία φυσικά δεν είναι μία. Διαγραφές χρεών από την πλευρά των συμμάχων έπαιξαν φυσικά σημαντικότατο ρόλο. Η μεθοδικότητα επίσης, (όχι απαραίτητα εργατικότητα) καθώς και η πειθαρχία, είναι στοιχεία που εν πολλοίς χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη κουλτούρα των περισσότερων Γερμανών. Όμως παρότι τα στοιχεία αυτά είναι πολύ σημαντικά δεν είναι σε καμία περίπτωση ικανά από μόνα τους να αναστήσουν στην κυριολεξία μία μισοπεθαμένη χώρα και μάλιστα σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Ακόμη και σήμερα είναι πολλοί εκείνοι που δεν έχουν συνειδητοποιήσει το μέγεθος και τον τρόπο επίτευξης του γερμανικού οικονομικού θαύματος.
Αυτό που έκαναν οι Γερμανοί και αποδείχθηκε η πλέον έξυπνη κίνηση από την πλευρά τους, ήταν ότι σοβαρά, αθόρυβα και μεθοδικά έχτιζαν κάτι άυλο αλλά με τεράστια προστιθέμενη αξία. Αυτό που δημιούργησαν εν τέλει ήταν το μεγαλύτερο και πιο αναγνωρίσιμο brand name που δημιούργησε ποτέ έθνος. Η λέξεις Γερμανία και γερμανικό έγιναν συνώνυμα της ποιότητας και της αντοχής. Σε ολόκληρο σχεδόν τον πλανήτη, οι πολίτες, μιλάνε για τα Γερμανικά προϊόντα σαν να είναι η απόλυτη πραγμάτωση του τέλειου. Μάλιστα πρόκειται για τόσο ισχυρό brand name που πολλοί πιστεύουν τόσο βαθιά ότι τα Γερμανικά προϊόντα είναι πράγματι τα καλύτερα, που είναι αδύνατο να τους αλλάξεις γνώμη. Όμως αν σκεφτεί κανείς, θα δει ότι είναι αδύνατον να είναι τα καλύτερα προϊόντα είτε πρόκειται για κατσαρόλες είτε για αυτοκίνητα είτε για βαριά μηχανήματα. Εκτός πια, κι αν δεχτούμε ότι όντως οι Γερμανοί είναι ανώτερος λαός, κάτι σαν την Άρια Φυλή της εποχής των Ναζί, πράγμα το οποίο με βρίσκει φυσικά κατηγορηματικά αντίθετο.
Όποιος έχει ασχοληθεί έστω και ελάχιστα με την προσπάθεια δημιουργίας εταιρικής εικόνας ή εικόνας προϊόντος ή με τη δημιουργία brand name γενικότερα αντιλαμβάνεται πλήρως ότι ένα τέτοιο brand name δεν γίνεται από μόνο του αλλά απαιτεί τεράστια οργανωμένη και μεθοδική προσπάθεια. Για παράδειγμα, ο καθένας μπορεί να παρατηρήσει ότι σε κάθε γερμανικό προϊόν υπάρχει σε εμφανέστατο σημείο γραμμένο το «made in Germany». Με αυτόν τον τρόπο το ένα προϊόν συνεισφέρει στην εικόνα του άλλου. Θα μου πει κανείς ότι όλα τα προϊόντα έχουν κάπου ένα «made in» και θα έχει δίκιο αλλά λίγα είναι εκείνα που το έχουν συμπεριλάβει  στην στρατηγική marketing που ακολουθούν. Από αυτοκίνητα μέχρι μολύβια, όλα σχεδόν τα γερμανικά προϊόντα κάνουν απολύτως σαφή τη χώρα κατασκευής. Οι χώρες που έχουν δημιουργήσει ένα ισχυρό εθνικό brand name δεν είναι πολλές. Η Ιαπωνία, η Ιταλία σε κάποιο βαθμό και η Σουηδία εσχάτως είναι κάποιες από αυτές.
Η Ελλάδα από την άλλη μεριά βρίσκεται μακριά από τη λογική της δημιουργίας ενός ισχυρού εθνικού brand name. Διαχρονικά, κανείς δεν ασχολήθηκε με την δημιουργία μιας ενιαίας ισχυρής εικόνας των προϊόντων ή έστω των υπηρεσιών που παράγει η χώρα. Αποτέλεσμα βέβαια είναι ότι η  χώρα δεν είναι ανταγωνιστική. Δεν είναι λοιπόν οι υψηλοί μισθοί που καθιστούν μία χώρα μη ανταγωνιστική όπως το Δ.Ν.Τ. και οι μικροί σύγχρονοι πολιτικοί που διαχειρίζονται τις τύχες της χώρας, προσπαθούν να μας πείσουν αλλά η έλλειψη προστιθέμενης αξίας του παραγόμενου προϊόντος ή υπηρεσίας. Οι Γερμανοί, οι Ιάπωνες ή ακόμα και οι Ιταλοί εργαζόμενοι ούτε λιγότερο αμείβονται ούτε καν περισσότερο εργάζονται από τους Έλληνες. Απλά φρόντισαν με την ψήφο τους να εκλέξουν διαχρονικά πιο ικανές ηγεσίες που φρόντισαν για τα μακροπρόθεσμα κοινά συμφέροντα των χωρών τους και όχι για τα κοντόφθαλμα πολιτικά και οικονομικά προσωπικά τους οφέλη. Αν άλλωστε δεχθούμε ότι η μείωση μισθών φέρνει την ανάπτυξη και καθιστά μία χώρα ανταγωνιστική, τότε θα έπρεπε χώρες όπως η Αλβανία ή το Μπαγκλαντές να είναι πιο ανταγωνιστικές από τη Γερμανία ή τη Γαλλία. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν ισχύει σε καμία περίπτωση. Το μόνο που μπορεί να πετύχει η μείωση μισθών είναι περαιτέρω βάθυνση της ύφεσης ή στην καλύτερη περίπτωση διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Η λύση λοιπόν δεν βρίσκεται στις μειώσεις, στις περικοπές και στη βύθιση του λαού στη φτώχεια. Αντίθετα βρίσκεται ακριβώς στην απέναντι πλευρά. Η κεντρική εξουσία οφείλει με σοβαρότητα και μεθοδικότητα να χαράξει στρατηγική marketing της χώρας. Ο ξένος (αλλά και ο Έλληνας) καταναλωτής ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών θα πρέπει να αποκτήσει μία ενιαία συγκεκριμένη εικόνα – αναπαράσταση για αυτό που αγοράζει. Κάτι τέτοιο δεν γίνεται από τη μία στιγμή στην  άλλη και δεν είναι εύκολο. Απαιτεί μακροχρόνιες και επίπονες προσπάθειες. Όμως όσο νωρίτερα ξεκινήσει τόσο νωρίτερα θα έχει αποτελέσματα.
Ανάλογες κινήσεις, δημιουργίας brand name μπορούν (και πρέπει) να γίνουν και σε τοπικό επίπεδο περιφέρειας ή και νομού, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών. Στον νομό Καρδίτσας, αγροτικά προϊόντα ορθής  πρακτικής, και προϊόντα μεταποίησης υψηλότατης ποιότητας, θα μπορούσαν να εμπορευτούν, δια μέσω κοινών καναλιών προώθησης χτίζοντας ταυτόχρονα τις βάσεις για μελλοντική περαιτέρω ανάπτυξη της περιοχής. Μία τέτοια κοινή βάση αναφοράς κάθε προϊόντος που παράγεται στον νομό και που συμμορφώνεται σε υψηλές προδιαγραφές ποιότητας, θα μπορούσε να είναι για παράδειγμα το «karditsa quality product» και «karditsa quality services» για παραγωγικές επιχειρήσεις και επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών αντίστοιχα. Η κοινή αυτή ομπρέλα οφείλει να είναι κατά κύριο λόγο προσανατολισμένη σε εξαγωγές από τη μία και στην προσέλκυση κεφαλαίων είτε επενδυτικών είτε ως αποτέλεσμα προσέλκυσης επισκεπτών στον νομό από την άλλη. Άμεσος στόχος θα πρέπει να είναι η ένταξη στην κοινή αυτή βάση αναφοράς κάθε επιχείρησης που δραστηριοποιείται στην περιοχή. Κάτι τέτοιο θα επιφέρει ευεργετικά αποτελέσματα για το σύνολο των πολιτών του νομού Καρδίτσας. Χρειάζεται όμως ένα ενιαίο κέντρο συντονισμού της όλης προσπάθειας ενδεχομένως υπό τη μορφή συνεταιριστικής αναπτυξιακής εταιρείας που θα διαχειρίζεται το brand name και θα χρηματοδοτείται από τις ίδιες τις επιχειρήσεις. Τέλος, ορισμένες αξιόλογες, πλην όμως αποσπασματικές, προσπάθειες δημιουργίας τοπικών συμφώνων ποιότητας κινούνται στη σωστή κατεύθυνση αλλά δεν είναι αρκετές.

 

 

 

 

 

Μια μεγάλη νύχτα ξημέρωσε για τον τόπο

άρθρο δημοσιευμένο στην εφημερίδα  "Νέος Αγών" της Καρδίτσας (16/2/2012)


Με την ψήφιση του νέου μνημονίου τη νύχτα της 12ης Φεβρουαρίου 2012 από τα δύο πρώην μεγάλα κόμματα, την κα Μπακογιάννη και τους δύο βουλευτές του ΛΑ.Ο.Σ, η χώρα εισέρχεται σε μία μακρά σκοτεινή περίοδο διάρκειας το λιγότερο μίας δεκαετίας. Με βίαιο όσο και οργανωμένο τρόπο μία αναπτυγμένη χώρα μέλος της Ε.Ε. όπως η Ελλάδα κατατάσσεται στις αναπτυσσόμενες και αυτό συμβαίνει για πρώτη (αλλά πιθανότατα όχι για τελευταία) φορά στη σύγχρονη ιστορία.

Οι αιτίες πολλές και ιστορικές αλλά και ακόμα περισσότερες σύγχρονες οι οποίες μάλιστα φέρουν και ονοματεπώνυμα. Για αυτές τις τελευταίες θα πρέπει να αποφανθεί κάποια στιγμή (όταν η χώρα επανέλθει στην ομαλότητα) η δικαιοσύνη με ειδικά δικαστήρια. Όταν ένας ολόκληρος λαός καταδικάζεται χωρίς καν να ερωτηθεί, σε απόλυτη εξαθλίωση στη χειρότερη περίπτωση, και σε μεγάλες οικονομικές και κυρίως κοινωνικές δυσκολίες στην καλύτερη, δεν μπορεί να μην καταλογίζονται ευθύνες.

Ιστορικά, το φίδι το εκτρέφαμε στον κόρφο μας για πολλές δεκαετίες. Όχι για τριανταπέντε ή σαράντα χρόνια που ακούγεται τελευταία αλλά από συστάσεως του νέου Ελληνικού κράτους. Ο τρόπος μετάβασης από την τουρκοκρατία στην ανεξαρτησία καθώς και κυρίως η μεταβίβαση της εξουσίας από την Οθωμανική αυτοκρατορία στους νέους ηγέτες του τότε νέου Ελληνικού κράτους εμπεριείχαν τον ολέθριο κίνδυνο που σήμερα είναι πια πραγματικότητα. Η εξουσία που επί τουρκοκρατίας είχαν στην πράξη οι Κοτζαμπάσηδες εξυπηρετώντας κυρίως προσωπικά τους συμφέροντα μεταβιβάστηκε κατά την δημιουργία του νέου Ελληνικού κράτους πάλι στους ίδιους ανθρώπους που συνέχισαν κατά βάση να εξυπηρετούν τα ίδια προσωπικά τους συμφέροντα και φυσικά με αυτόν τον τρόπο ξεκίνησε ένας φαύλος κύκλος ρουσφετιών που έφερναν ψήφους και ψήφων που έφερναν ρουσφέτια. Ο φαύλος αυτός κύκλος ας μην γελιόμαστε, έφτασε με μικρές παραλλαγές ως τις μέρες μας. Φυσικά από όλη αυτή τη διαδικασία του ρουσφετιού δεν έβγαινε κερδισμένος ο πολίτης που κατάφερνε εν τέλει με πλάγιο τρόπο να κερδίσει αυτό που ούτως ή άλλως θα έπρεπε να του παρέχει ένα σοβαρό κράτος (π.χ. το δικαίωμα στην εργασία) αλλά οι Κοτζαμπάσηδες, παλαιοί και σύγχρονοι. Οι οικογενειοκρατία που ευδοκιμεί στη χώρα εδώ και αιώνες πια, αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Σημειωτέον δε, ότι η οικογενειοκρατία δεν βρίσκεται μόνο στην κορυφή του πολιτικού συστήματος (Παπανδρέου, Καραμανλής, Μητσοτάκης κ.λπ) αλλά και σε κατώτερο όπως οικογένειες βουλευτών στο κέντρο και κυρίως στην περιφέρεια. Ο νομός Καρδίτσας φυσικά δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα αυτόν.

Βασικό συστατικό κάθε σοβαρού κράτους και απαραίτητη προϋπόθεση ύπαρξής του είναι η εμπιστοσύνη μεταξύ κράτους (των πολιτικών δηλαδή κατά κύριο λόγο) και πολίτη. Αυτό ακριβώς είναι που χάθηκε από την Ελλάδα, λίγο πολύ με τη διαδικασία που περιγράφηκε πιο πάνω. Όμως η απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη αυτή αρχή της εμπιστοσύνης μεταξύ κράτους και πολίτη συνεχίζει να είναι το απαραίτητο δομικό στοιχείο κάθε σοβαρού κράτους. Και αυτό για την Ελλάδα δεν είναι ακόμα και σήμερα δεδομένο αλλά ζητούμενο.

Σε αυτή τη μεγάλη νύχτα που ξημέρωσε για τη χώρα αλλά και για τον καθένα από εμάς ξεχωριστά, το πρώτο που πρέπει να αλλάξει είναι αυτό. Η δημιουργία (θα έλεγα η αποκατάσταση αλλά δεν υπήρξε ποτέ) εμπιστοσύνης ανάμεσα σε αυτό που ορίζεται ως κράτος και τον απλό πολίτη. Σίγουρα υπάρχει έντονος ο κίνδυνος διάφοροι πολιτικάντηδες εκμεταλλευόμενοι τη δεινή θέση στην οποία εισέρχεται ο πολίτης, να προσπαθήσουν ξανά τάζοντας και πληρώνοντας, άμεσα ή έμμεσα, να εισχωρήσουν στα πιο ταπεινά ένστικτα της ανθρώπινης φύσης, την ανάγκη προσωπικής επιβίωσης και ίσως και προσωπικής ευημερίας έναντι οποιουδήποτε τιμήματος, προκειμένου φυσικά να επωφεληθούν για ακόμη μια φορά οι ίδιοι. Όμως τώρα δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι δεν ήξερε. Ότι δήθεν το έκανε για τα παιδιά του. Γιατί ακριβώς από αυτά τα παιδιά, τα δικά του και του γείτονα (όμως και για τον γείτονα, τα παιδιά τα δικά μας είναι τα παιδιά του γείτονα!) είναι που στερεί το μέλλον με τον πιο πρόστυχο και ελεεινό τρόπο.

Η εμπιστοσύνη λοιπόν, ανάμεσα στον ενημερωμένο και συμμέτοχο πολίτη, και τονίζω τον συμμέτοχο πολίτη (ο άλλος που αρνείται να συμμετέχει, αρνείται ακόμα και να ψηφίσει, λες και ζει μόνος του σ’ αυτόν τον κόσμο, ας βρει την άκρη μόνος του αν μπορεί) είναι το πρώτο και βασικό στοιχείο που θα πρέπει να οικοδομηθεί σε αυτή τη νέα δύσκολη εποχή που με την ψήφο των νέων Κοτζαμπάσηδων ξεκίνησε για τη χώρα.

Η κοινωνία όμως έχει ανάγκη αυτό το στοιχείο που θα της επιτρέψει να κάνει όλες εκείνες τις άκρως απαραίτητες αλλαγές με σκοπό να δημιουργηθεί ένα κράτος με μέριμνα για τον αδύναμο, ένα κράτος με ευκαιρίες για δημιουργία, φιλικό και σύμμαχο του πολίτη είτε αυτός είναι άνεργος είτε επιχειρηματίας. Αυτό το κράτος που θα νοιάζεται για τον πολίτη του όσο και ο πολίτης για το κράτος του. Αυτό το κράτος που θα κάνει μεταρρυθμίσεις με σοβαρότητα και σύνεση και σε συνεργασία με τον πολίτη για τον πολίτη. Αυτό το κράτος που θα συγχωρεί το λάθος, θα τιμωρεί την παρανομία και θα βοηθάει τη δημιουργία και την κοινή προκοπή. Αυτό το κράτος που θα κάνει τις όποιες αλλαγές στην παιδεία ξεκινώντας από το νηπιαγωγείο και όχι από το Πανεπιστήμιο. Το κράτος που τα παιδιά του υπουργού παιδείας θα πηγαίνουν στο ίδιο δημόσιο σχολείο με αυτά του αγρότη γιατί αυτό θα είναι το καλύτερο, και ο υπουργός υγείας θα επιλέγει (και θα υποχρεούται) να νοσηλευτεί στο ίδιο δημόσιο νοσοκομείο με τον εργάτη.

Αυτό το κράτος μπορεί σήμερα να φαντάζει ουτοπία για τη χώρα αλλά ας  μην κοροϊδευόμαστε, σε πολλά κράτη του ανεπτυγμένου κόσμου ισχύει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Δεν ισχύει βεβαίως στα υποανάπτυκτα ή αναπτυσσόμενα κράτη της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της πρώην Ανατολικής Ευρώπης που με την ψήφο τους επέλεξαν να μας εντάξουν οι σύγχρονοι Κοτζαμπάσηδες.

Τα ψέματα τελείωσαν. Το μέλλον είναι εδώ και εμείς με την προσωπική μας επανάσταση, την αλλαγή της νοοτροπίας μας και εν τέλει και με την ψήφο μας, μπορούμε είτε να το φέρουμε πιο κοντά στην πραγματικότητα είτε να το απομακρύνουμε κι άλλο. Εμείς επιλέγουμε πια, είτε παρακαλώντας και γλύφοντας για μια θεσούλα στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, είτε απαιτώντας την αξιοπρέπειά μας. Το δίλημμα είναι μεγάλο και συχνά απαιτεί προσωπική εσωτερική μάχη και πόνο αλλά για μια φορά επιτέλους ας κοιτάξουμε με σοβαρότητα τα παιδιά μας κι ας σταματήσουμε να παιδιαρίσουμε εμείς οι ίδιοι.